Ιλιάς Ή, στ. 191- 399.
Ο Αίας χάρηκε πολύ που του `πεσε ο κλήρος. Μέγιστη δόξα και τιμή να κτυπηθεί μ` εκείνον που όλοι αναγνωρίζουνε πως είναι ο πιο σπουδαίος στο στράτευμα του Πρίαμου, του βασιλιά της Τροίας.
« Σύντροφοι όσο ντύνομαι τ` άρματα του πολέμου να κάνετε όλοι δέηση στον άρχοντα τον Δία για να μου δώσει δύναμη και να κατανικήσω τον Έκτορα τον άξιο και μέγα μονομάχο. Κάντε την προσευχή σιγά, οι Τρώες μην ακούσουν μα αν την πείτε δυνατά πάλι δε με πειράζει γιατί στο κτύπημα αυτό καθόλου δε φοβάμαι. Πιστεύω στις δυνάμεις μου, στην τέχνη του πολέμου κι είμαι παιδί αντάξιο της νήσου Σαλαμίνας» Αυτά τους είπε ο Αίαντας κι άρχισαν παρακλήσεις και προσευχές προς τον θεό τον Δία τον αφέντη: « Πατέρα Δια ασύγκριτε που κυβερνάς την Ίδα, δώσε κουράγιο και ορμή στον Αία να νικήσει τον Έκτορα τον δυνατό τον αρχηγό των Τρώων. Μα αν τον γιο του Πρίαμου δεν θέλεις ν` αδικήσεις τότε στους δυο σομοίρασε δύναμη και κουράγιο».
Ο Αίας ο Σαλαμίνιος, ο πύργος των Αχαιών, φόρεσε τα άρματα από αστραφτερό χαλκό γρήγορα γρήγορα και όρμησε μπροστά, ίδιος ο Άρης πάλλοντας το κοντάρι του μ` ένα άγριο χαμόγελο στα χείλη. Οι Αργίτες χάρηκαν θωρώντας τον, όμως οι Τρώες ένιωσαν
άγριο φόβο να τους κυριεύει καθώς έβλεπαν την ορμή και τη δύναμη προσωποποιημένη.
Ακόμα και του Έχτορα βαριά η καρδιά χτυπούσε, να φύγει όμως δεν μπορεί, αφού `χε αντροκαλέσει. Ο Αίας με τεράστια ασπίδα πλησιάζει φτιαγμένη από δέρματα εφτά βοδιών μεγάλων κι απάνω στρώση από χαλκό που δόρυ δεν τρυπούσε. Τα δέρματα τα δούλεψε ο πρώτος ο ταμπάκης, Τυχίο τον καλούσανε πετσωματής σπουδαίος που την ασπίδα έστρωσε μ` εφτά τομάρια ταύρων και πάνω τους εφάρμοσε τη χάλκινη τη στρώση και δεν μπορούσε δόρυ πια να την διαπεράσει. Μ` αυτήν προστατευότανε ο γιος του Τελαμώνα ο ξακουστός σ` όλη τη γη ο Αίας ο γενναίος. Πλησίασε τον Έκτορα και δυνατά του λέει.
«Γιε του Πριάμου αρχηγέ των Τρώων μπορεί ο πιο δυνατός από μας ο ανίκητος Αχιλλέας να μην πολεμά γιατί έχει θυμώσει με τον αρχηγό μας τον Αγαμέμνονα, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι είμαστε πάρα πολλοί που μπορούμε να ανταποκριθούμε στο αντροκάλεσμα σου.
Εμπρός λοιπόν, τον πόλεμο άνοιξε πρώτος εσύ και χτύπα!»
Ο Έκτορας απάντησε: « Αία το γνωρίζω ότι είσαι σπουδαίος πολεμιστής αλλά δε σε φοβάμαι. Γνωρίζω από πόλεμο, μάχες και μονομαχίες. Γνωρίζω από όπλα, ασπίδες, κοντάρια, άρματα, άλογα. Γνωρίζω πολύ καλά τον χορό του πολέμου που έχει κορυφαίο χορευτή τον γιο του Δία τον θεό του πολέμου Άρη. Δεν είμαι παιδί ή γυναίκα που δε γνωρίζουν τον πόλεμο. Δε με τρομάζει κανείς αντίπαλος ούτε τα βαριά του λόγια και οι καυχησιές του. Δε θα σε κτυπούσα ποτέ πισώπλατα. Η μονομαχία μας θα είναι καθαρή και φανερή σε όλους».
Αμέσως εξακόντισε με δύναμη το μακρύ του δόρυ που βρήκε την ασπίδα του Αίαντα και πέρασε την χάλκινη στρώση και τις έξι, από τις επτά, στρώσεις των δερμάτων.
Απάντησε αμέσως ο Αίας σημαδεύοντας τον Έκτορα με το μακρύ του κοντάρι. Η αιχμή του δόρατος πέρασε όλα τα στρώματα της ασπίδας, τρύπησε τον χάλκινο θώρακα και έφτασε στη σάρκα σκίζοντας τον χιτώνα του Έκτορα. Έπειτα όρμησε ο ένας εναντίον του άλλου σαν λιοντάρια ή σαν κάπροι που παλεύουν για το ταίρι τους. Η μύτη του δόρατος του Έκτορα ζέβλωσε όταν κτύπησε με δύναμη την ασπίδα του Αίαντα στο κέντρο της. Ο Αίας μ` ένα άλμα βρέθηκε κοντά στον Έκτορα και τον κτύπησε με το ακόντιο. Ο Έκτορας καλύφθηκε με την ασπίδα αλλά η αιχμή τον βρήκε λίγο στον λαιμό και τον λάβωσε. Ο Πριαμίδης έπιασε μια μεγάλη μαύρη, τραχιά πέτρα και την πετά με δύναμη στον Αίαντα. Εκείνος την απέκρουσε με την ασπίδα του. Η πέτρα βρήκε την ασπίδα στον ομφαλό, στη μέση, και μέγας βρόντος ακούστηκε καθώς έπεσε η πέτρα πάνω στο χάλκινο στρώμα της ασπίδας. Ο Αίας σήκωσε και αυτός μια μυλόπετρα ακόμα μεγαλύτερη και την εκσφενδόνισε εναντίον του αντιπάλου του και του έσπασε την ασπίδα. Το κτύπημα από την ασπίδα μεταφέρθηκε στον Έκτορα, που έχασε την ισορροπία του, παραπάτησε και έπεσε κάτω από την τσακισμένη ασπίδα του. Όμως όπως έπεσε έτσι και πετάχτηκε όρθιος πάνω με τη βοήθεια του Απόλλωνα. Ήταν η ώρα να κτυπηθούν με τα ξίφη. Όμως στην αρένα της μονομαχίας εμφανίστηκαν οι κήρυκες των θεών και των ανθρώπων οι μεσάζοντες. Ήταν ο Ιδαίος και ο Ταλθύβιος που έστελναν οι Τρώες και οι Αχαιοί για να κάνουν τον σασμό. Οι δυο σοφοί κήρυκες στάθηκαν ανάμεσα στους αντιμαχόμενους και σήκωσαν ψηλά τα σκήπτρα τους, τα ιερά τους κηρύκεια που συμβόλιζαν την εξουσία που τους είχε δώσει ο θεός των κηρύκων, ο Ερμής. Μίλησε πρώτος ο Ιδαίος.
«Άντρες γενναίοι και οι δυο, ατρόμητοι λεβέντες, τη μάχη αμέσως πάψετε πριν πέσετε στο χώμα ξέπνοοι και χωρίς ζωή στα άψυχα κορμιά σας. Ο Δίας που μας κυβερνά σας θέλει και τους δύο γιατί πολύ σας αγαπά και ξέρει την αξία και την τιμή που έχετε στο αντροπάλεμα σας». Πρέπει να σταματήσετε, έφτασε και η νύχτα κι εσείς ακόμα μάχεστε μα δεν το θέλει ο Δίας εσείς να συνεχίσετε μέσα στη μαύρη νύχτα».
Ο Αίας είπε στον Ιδαίο: « Ας αποφασίσει ο Έκτωρ πως θα συνεχίσουμε μια που εκείνος προκάλεσε αυτήν τη μονομαχία».
Είπε τότε ο Έκτωρ: « Ω Αίαντα περήφανε, θεόρατε στο μπόι αλλά και σε παλληκαριά, σε γνώση και αξία. Απ` όλους τους συντρόφους σου πρώτος στο δόρυ είσαι. Προτείνω εδώ να πάψουμε τη μάχη ανάμεσα μας και δώρα ν` ανταλλάξουμε, ενθύμια φιλίας και σεβασμού στον πόλεμο τον αναμεταξύ μας».
300. Ο Έκτορας πρόσφερε στον Αίαντα το σπαθί του μαζί με την θήκη του ενώ ο Αίας του δώρισε την κόκκινη ζώνη του. Επέστρεψαν έπειτα οι αντίπαλοι στα στρατεύματα τους και έτσι έληξε με συμβιβασμό και ανταλλαγή δώρων αυτή η μονομαχία των αδάμαστων αντιπάλων. Χάρηκαν πολύ οι Τρώες που επέστρεψε σώος κα αβλαβής ο αρχηγό τους. Και οι Αχαιοί επίσης χάρηκαν πολύ που ο Αίας στάθηκε αντάξια και με τιμή απέναντι στον θρυλικό Έκτορα. Βρέθηκαν οι αρχηγοί των Αχαιών στη βασιλική σκηνή του Αγαμέμνονα που θυσίασε ένα βόδι αρσενικό πεντάχρονο στον Δία. Αφού «χόρτασαν» οι Ολύμπιοι θεοί την μυρωδιά του οφτού βοδινού έφτασε και η ώρα των θνητών να φάνε και να πιούνε προς τιμήν του ατρόμητου Αίαντα που στάθηκε ισάξιος απέναντι στον θεϊκό Έκτορα. Το πιο λαχταριστό κομμάτι του βοδινού, ολόκληρη τη νεφραμιά, την πρόσφερε ο Αγαμέμνων στον Αίαντα. Ο Νέστορας τους είπε:
«Αγαμέμνονα. Φίλοι και σύντροφοι, αρχηγοί των στρατευμάτων μας. Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε τιμώντας τους θεούς αλλά και τον Αίαντα. Όμως έχουμε πολλούς νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Βαμμένες με αίμα είναι οι όχθες του Σκάμανδρου. Φρόντισε ο Άρης γι` αυτό. Με το ξημέρωμα να φέρουμε εδώ τους νεκρούς μας με τις άμαξες. Ακολούθως να τους κάψουμε με όλες τις πατροπαράδοτες τιμές. Τα κόκκαλα τους θα τα πάρουμε πίσω στις πατρίδες τους να τα παραδώσουμε στους δικούς τους να τα θάψουν σε λαμπρό τάφο. Μνημείο μνήμης. Εδώ γύρω από την νεκρική πυρά θα υψώσουμε τείχος με πύργους και πύλες που θα προστατεύουν και εμάς και τα καράβια μας. Έξω απ` αυτό το τείχος θα σκάψουμε βαθύ και πλατύ χαντάκι που να μας προστατεύει από ξαφνική επιδρομή των Τρώων». Όλοι δέχτηκαν την πρόταση του σοφού Πριάμου.
Στην Τροία μαζεύτηκαν οι αρχηγοί και ο σοφός Αντήνωρ τους είπε. « Ακούστε με Τρώες και σύμμαχοι. Αυτά που θα σας πω πηγάζουν βαθιά μέσα από τα στήθη μου και την ψυχή μου. Προτείνω να επιστρέψουμε στους Αχαιούς την Ελένη με δώρα και μαλάματα και θησαυρούς περίσσιους. Τους όρκους δεν τηρήσαμε μέγα κακό θα έλθει»
Τον λόγο του σαν τέλειωσε απάντησε ο Πάρις. « Καθόλου δε μ` αρέσουνε αυτά που μόλις είπες. Ξέρω πως σκέψεις πιο σωστές έχεις στο νου σου μέσα. Μήπως σου πήραν οι θεοί τις λογικές σου σκέψεις; Μάθετε όλοι σας εδώ. Δεν δίνω την Ελένη. Θα επιστρέψω αν θέλετε, τα λάφυρα που πήρα κι ακόμα αν το κρίνετε και άλλα να προσθέσω».
Ακολούθως μίλησε ο βασιλιάς Πρίαμος με την ουράνια θεϊκή γνώση. « Τρώες και σύμμαχοι, θα σας πω λόγια από τα βάθη της ψυχής μου. Είστε όλοι κατάκοποι και κουρασμένοι. Αφού δειπνήσετε και ορίσετε τις νυχτερινές σκοπιές πηγαίνετε να αναπαυθείτε. Μόλις χαράξει η αυγή θα πάει ο κήρυκας μας ο Ιδαίος, στον Αγαμέμνονα και στον Μενέλαο αυτά που πρότεινε πριν λίγο ο Πάρις. Να σταματήσουμε τον φονικό πόλεμο για λίγο όσο να φροντίσουμε τους νεκρούς μας. Και έπειτα ας αρχίσουμε πάλι τις συμπλοκές μέχρι που οι θεοί θ` αποφασίσουν ποιοι θα είναι νικητές».
Τα πράγματα έγιναν όπως τα είπε ο Πρίαμος και το χάραμα ο Ιδαίος μετέφερε τις βουλές των Τρώων στον Αγαμέμνονα. Τα άκουσαν όλα και στο τέλος μίλησε ο Διομήδης.
χάλκεον ἑπταβόειον, ὅ οἱ Τυχίος κάμε τεύχων
σκυτοτόμων ὄχ’ ἄριστος Ὕλῃ ἔνι οἰκία ναίων, στ. 220 – 221.
Με δέρματα εφτά βοδιών και χάλκινο καπάκι ο μάστορας το έφτιαξε με τ` όνομα Τυχίος κι από την πόλη ήτανε που Ύλη ονομάζαν.
Ἦ ῥα, καὶ ἀμπεπαλὼν προΐει δολιχόσκιον ἔγχος, στ. 244.
Δολιχόσκιον: Με μακριά σκιά. Μακρύ δόρυ.
τοῖσιν δ’ Ἀντήνωρ πεπνυμένος ἦρχ’ ἀγορεύειν· στ. 347.
Ο Αντήνωρ ήταν ο σοφός σύμβουλος των Τρώων, όπως ο Νέστωρ των Αχαιών.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Αφιερωμένο στον αρχαιολόγο- επιγραφολόγο Χαράλαμπο Κριτζά.
