«Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι η ανθρώπινη ζωή είναι πάντα και μόνο θρίαμβος σε βάρος του άλλου;» Anna Maria Ortese, Corpo celeste
Πριν από 65 χρόνια, στις 3 Νοεμβρίου 1957, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και των ανταγωνισμών για την κατάκτηση του διαστήματος, οι Σοβιετικοί υποχρεώνουν τη σκυλίτσα Λάικα να επιβιβαστεί στον Σπούτνικ 2, με σκοπό να είναι το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα τεθεί σε τροχιά γύρω από τη Γη.
Οπως σημειώνει η Χάνα Αρεντ, το γεγονός χαιρετίστηκε ώς ένα βήμα προς την απελευθέρωση των ανθρώπων από τη γήινη φυλακή. Ηταν όμως μονάχα αυτό;
Αν και στον δορυφόρο υπήρχαν νερό και τροφή, δεν είχε γίνει καμιά πρόβλεψη για ασφαλή επιστροφή της, επομένως η μοίρα της Λάικας ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένη: θάνατος. Παρά τους ισχυρισμούς των Σοβιετικών, ότι επέζησε για πάνω από τέσσερις ημέρες, η Λάικα σταμάτησε να δίνει σημεία ζωής λίγο μετά την εκτόξευση – ο θάνατός της θα πρέπει να ήταν επώδυνος, ένας συνδυασμός θερμοπληξίας, καταπόνησης και ακραίου στρες.
Είναι λοιπόν ξεκάθαρο πως δεν ανήκει σε αυτήν ο θλιβερός τίτλος του «πρώτου ζωντανού οργανισμού στο διάστημα», καθώς εκεί δεν έφτασε ένα ζωντανό πλάσμα, αλλά ένα νεκρό σκυλί και ο Σπούτνικ 2 έγινε το φέρετρο της Λάικας, μέχρι τη στιγμή που κάηκε κατά την επάνοδό του στην ατμόσφαιρα της Γης λίγο αργότερα.
Περιττεύει να σημειώσουμε τις ταλαιπωρίες που υπέστη η Λάικα προκειμένου να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός τέτοιου ταξιδιού: ενέσεις, καλώδια στο κορμί, στενότητα χώρου, έλλειψη βαρύτητας, «ταξίδια» σε φυγόκεντρους. Μια άχρηστη θυσία; Ναι, αφού, όπως θα δηλώσει ένας από τους εκπαιδευτές της, «η αποστολή δεν ήταν απαραίτητη, δεν μάθαμε τίποτε που να δικαιολογεί τον θάνατο της Λάικας»: το πείραμα ήθελε να αποτελέσει ένα πολιτικό μήνυμα παρά να προετοιμάσει έστω και με αυτόν τον αποτρόπαιο τρόπο τον δρόμο σε μια ανθρώπινη αποστολή.
Οταν ο Νιλ Αρμστρονγκ (20 Ιουλίου 1969) πάτησε το πόδι του στο φεγγάρι, κάνοντας τη γνωστή δήλωση: «Ενα μικρό βήμα για έναν άνθρωπο, ένα τεράστιο βήμα για την ανθρωπότητα», λησμονούσε ότι τα πρώτα «βήματα» δεν ήταν ανθρώπινα, αλλά των εκατοντάδων ζώων, της Λάικας όπως και όλων των υπόλοιπων μη ανθρώπινων, που προηγήθηκαν εκείνου των αστροναυτών.
Ζώων που η ανθρώπινη ματαιοδοξία και ξιπασιά, όχι μόνο η επιστημονική περιέργεια, αλλά και τα συμφέροντα των βιομηχανικών και στρατιωτικών συγκροτημάτων, τα υποχρέωσαν να βιώσουν εμπειρίες από τις οποίες τα ίδια θα προτιμούσαν να μείνουν μακριά.
Γιατί δεν πρόκειται μόνο για τη Λάικα, αν και αυτή άθελά της έγινε τόσο δημοφιλής: στο διάστημα έχουν ταξιδέψει και συνεχίζουν να ταξιδεύουν τα πλέον απίθανα ζώα, από χελώνες, κατσαρίδες και αρουραίοι μέχρι τα μικροσκοπικά βραδύπορα και τα καλαμάρια, καθώς τα έχουμε μετατρέψει σε «εθελοντές», σε πειραματόζωα – υποτίθεται θυσία για την «πρόοδο» της (ανθρώπινης) επιστημονικής γνώσης.
Σε μία από τις τελευταίες φωτογραφίες της η Λάικα, μέσα από εκείνο το πελώριο μηχάνημα όπου οι επιστήμονες την είχαν κλείσει, μας κοιτάζει με βλέμμα που φαίνεται να ζητάει χάρη. Αλλά το δικό μας βλέμμα ήταν και είναι στραμμένο αλλού. Αν κάποια στιγμή φροντίζαμε να συναντηθούν τα βλέμματά μας, ίσως διακρίναμε στα μάτια της όσα ένιωσε και περιέγραψε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην περίφημη επιστολή της προς τη Σόνια Λίμπκνεχτ (Δεκέμβριος 1917), για τα βασανισμένα βουβάλια της Ρουμανίας – την οποία τόσο συχνά μνημονεύουν ορθόδοξοι αριστεροί και «κομμουνιστές», υποτίθεται για να υπογραμμίσουν την ευαισθησία της, αλλά στη συντριπτική πλειονότητά τους οι ίδιοι δεν δείχνουν την ελάχιστη διάθεση να υιοθετήσουν μια ανάλογη στάση ενσυναίσθησης απέναντι στα μη ανθρώπινα πλάσματα.
Οτι η αγάπη της για τα ζώα, τα φυτά και τη φύση ήταν ελάχιστα ορθόδοξη και δύσκολα γινόταν αποδεκτή από τους σκληροπυρηνικούς του κόμματος το αντιλαμβανόταν και η ίδια η Λούξεμπουργκ, όπως σημειώνει σε μια άλλη –λιγότερο γνωστή– επιστολή της πάλι προς τη Λίμπκνεχτ (2 Μαΐου 1917). Ας προσπαθήσουμε να ακούσουμε τα λόγια της: «Συχνά αισθάνομαι πως δεν είμαι ένα ανθρώπινο πλάσμα, αλλά ένα πουλί ή κάποιο άλλο ζώο σε όχι τόσο πετυχημένη ανθρώπινη μορφή. Μέσα μου νιώθω περισσότερο στο σπίτι μου στη γωνίτσα ενός κήπου ή σε ένα λιβάδι μες στα χορτάρια και στις σφήκες παρά σε ένα συνέδριο του κόμματος… το βαθύτερο εγώ μου ανήκει μάλλον στα πουλιά παρά στους “συντρόφους” μου».
Το βλέμμα της Λάικας επιστρέφει κάθε φορά που αντιστεκόμαστε στην παράλογη καθημερινή καταδίκη ενός ανυπολόγιστου αριθμού ζώων, όπως επιστρέφει κάθε φορά που διεκδικούμε ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό που μας επιφυλάσσει η ανθρωποκεντρική υπεροψία. Αλλά κι εμείς θα πρέπει να επιστρέφουμε σε εκείνο το βλέμμα κάθε φορά που θέλουμε να ανοίξουμε έναν τρόπο διαφυγής από μια αρπακτική οικονομική και πολιτική πραγματικότητα που δεν θα είναι παγιωμένη στις επιταγές του ανθρωποκεντρισμού.
Γιατί η Λάικα μας νεύει προς μια άλλη πραγματικότητα, προς ένα άλλο μέλλον, όπου το πρωτεύον δεν θα είναι απλώς η (ευτυχισμένη) αποανάπτυξη, η με κάθε τρόπο όσο γίνεται μεγαλύτερη επιβίωση του είδους μας πάνω σε έναν πλανήτη κατοικημένο από έμψυχους και «άψυχους» πόρους, τους οποίους πρέπει μονάχα να εκμεταλλευόμαστε με περισσότερη σύνεση και προνοητικότητα, αλλά όπου, αποδεχόμενοι την κοινή θνητότητα των αισθανόμενων όντων, θα διακρίνουμε στον άλλον μια δυνατότητα λύτρωσης και αναγέννησης. Επομένως όχι τόσο και όχι μόνο μια οικονομική όσο και προπαντός μια ανθρωπολογική αποανάπτυξη, μια νέα ανθρωπογένεση, μια επαναφορά του είδους μας στη χοϊκότητά του.
*Διδάκτορας Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
