Τα ΜΜΕ, κυρίως τα ελληνικά, έχουν μια τάση να προσπαθούν να παρουσιάζουν τα γεγονότα της πολιτικής ως μορφές ολοκληρωμένων και ψυχωφελών μελοδραμάτων. Στην περίπτωση των ταραχών στο Ιράν, που πυροδότησε ο θάνατος της Μαχσά Αμινί στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, η έμφαση δόθηκε στην ύβρι του «καθεστώτος» των μουλάδων και της Αστυνομίας των Ηθών του, την οποία ακολούθησε η νέμεσις της «εξέγερσης» για να «κλείσει» η όλη ιστορία με την κάθαρση της «κατάργησης» της αστυνομίας του χιτζάμπ και, ίσως, και με την απόσυρση της απαγόρευσης της μαντίλας. Αυτή η παρουσίαση, που πάνω της στηρίζονται και αρκετές έωλες μαντεψιές για το πόσο γρήγορα θα καταρρεύσει το «καθεστώς», δεν λαμβάνει υπόψη της κάποιες πολύ σημαντικές παραμέτρους τόσο ως προς τον τρόπο λειτουργίας του ιρανικού πολιτικού συστήματος όσο και σχετικά με την ίδια τη δόμηση της ιρανικής κοινωνίας.
Ο ίδιος ο χαρακτηρισμός «καθεστώς» δεν λαμβάνει υπόψη του την πολυπλοκότητα και τις ιδιορρυθμίες ενός πολιτικού παιχνιδιού που διατηρεί, όσο κι αν αυτό μας φαίνεται απίστευτο, κάποια χαρακτηριστικά αντιπροσωπευτικότητας και δημοκρατικότητας. Το Ιράν δεν είναι Κατάρ, δεν είναι Αφγανιστάν, δεν είναι Σαουδική Αραβία, δεν είναι Αίγυπτος. Προφανώς το πλαίσιο είναι δεδομένο και έχει συγκεκριμένο πρόσημο – ισλαμικό. Ομως, από την άλλη πλευρά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν συγκεκριμένα περιθώρια κινήσεων για την έκφραση κοινωνικών δυναμικών και για τις κινήσεις και τους ανταγωνισμούς των βασικών παιχτών.
Στο παιχνίδι αυτό, ένα στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό: η αντοχή του ίδιου του συστήματος. Ενός συστήματος που, στην πραγματικότητα, έχει ζήσει μέχρι τώρα –και πάλι αυτό μπορεί να φαίνεται απίστευτο– αρκετές εναλλαγές στον τρόπο άσκησης εξουσίας και που έχει αποδείξει την ικανότητά του να επιβιώνει μέσα από διαρκείς μεταμορφώσεις.
Μία από αυτές θα είναι προφανώς και η αδρανοποίηση (όχι κατάργηση) της Αστυνομίας των Ηθών, ενός σώματος που είναι σχετικά νέο, αφού η ίδρυσή του χρονολογείται από το 2006 – εποχή κατά την οποία ο Αχμαντινετζάντ προσπαθούσε να αναστρέψει το κλίμα σχετικής χαλαρότητας της εποχής Χαταμί. Χρησιμοποιήθηκε ως μέσο επιβολής ενός συγκεκριμένου τρόπου αντιμετώπισης των πραγμάτων που βασιζόταν στην υπηρέτηση της εθνικής (εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο για το Ιράν) και θρησκευτικής ιδέας και που έβλεπε στην τήρηση των ηθικών προσχημάτων έναν επιπλέον παράγοντα ισχυροποίησης της κοινωνίας. Επί προεδρίας Ροχανί (2013–2021), η Αστυνομία Ηθών αποδυναμώθηκε. Τα χιτζάμπ των γυναικών άρχισαν να κυματίζουν όλο και πιο χαλαρά και μαζί τους άρχισαν να αυξάνονται και οι ελπίδες ότι το Ιράν –με όλες του τις ιδιαιτερότητες– θα μπορούσε να ενταχθεί, μέσω της άρσης των κυρώσεων, στην κατηγορία των «φυσιολογικών» χωρών. Τα πράγματα βεβαίως εξελίχθηκαν τελικά πολύ διαφορετικά.
Η Αστυνομία των Ηθών θα αποσυρθεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Το αν θα ξαναρχίσει, κάποια στιγμή, τις περιπολίες ή αν η αποστολή της θα αναληφθεί από άλλα σώματα, ακόμη και σώματα πολύ μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας, ή αν, τέλος, θα περιθωριοποιηθεί για κάποιο χρονικό διάστημα η αναγκαιότητά της, θα εξαρτηθεί προφανώς από τις εσωτερικές ισορροπίες του πολιτικού συστήματος, από τους ανταγωνισμούς μεταξύ μετριοπαθών και συντηρητικών, μεταξύ του οικονομικού και πολιτικού στρατοπέδου που έχει ταυτίσει τη μοίρα του με τους Φρουρούς της Επανάστασης και επιχειρηματιών που προσπαθούν να αμφισβητήσουν την ισχύ του, μεταξύ των διαφορετικών πόλων του «παζαριού». Και οι ανταγωνισμοί αυτοί θα εντείνονται όλο και περισσότερο όσο η εποχή Χαμενεΐ πλησιάζει το τέλος της.
Η κοινωνική αναταραχή προφανώς δεν θα τελειώσει αμέσως. Συγχρόνως, όμως, θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι από μόνη της, χωρίς τη στήριξη κάποιων ισχυρών εσωτερικών κέντρων και χωρίς κυρίως την ανάδειξη κάποιου εναλλακτικού προτύπου άσκησης εξουσίας, θα μπορέσει να μετατραπεί σε κάτι που να μπορεί να αμφισβητήσει το πολιτικό οικοδόμημα στο Ιράν. Και τέτοιες προοπτικές είναι, προς το παρόν, απούσες.
Την ίδια στιγμή, οι πραγματικές προκλήσεις ασφαλείας για το Ιράν εντοπίζονται σε άλλο μέτωπο: στην προσπάθεια θωράκισης των συνόρων με το ιρακινό Κουρδιστάν. Από τις 24 Σεπτεμβρίου και μετά, ο ιρανικός στρατός έχει κατ’ επανάληψη επιτεθεί με πυραύλους σε βάσεις των τεσσάρων μεγάλων ιρανικών κουρδικών οργανώσεων, ενώ στις 25 Νοεμβρίου ο διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης ανακοίνωσε μέτρα για την ισχυροποίηση των μηχανοκίνητων μονάδων του σώματος που βρίσκονται στα βορειοδυτικά της χώρας. Το ενδεχόμενο χερσαίας εισβολής του ιρανικού στρατού στο ιρακινό Κουρδιστάν, μιας εισβολής που θα μπορούσε βολικά να συμπέσει χρονικά με αντίστοιχη επιχείρηση του τουρκικού στρατού, φαίνεται πλέον σε τέτοιο βαθμό πιθανό, που ετέθη από τον ίδιο τον Μπαρζανί στον Ιρακινό πρωθυπουργό Σουντανί κατά την επίσκεψή του στη Βαγδάτη πριν από δύο εβδομάδες.
* καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
