ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Βαγγέλης από τις Γούβες και η Βαγγελιώ από τις Ροβιές έχουν διαφορετική ηλικία (εκείνη θα μπορούσε να είναι μια πολύ μοντέρνα εκδοχή της μάνας του). Εχουν επίσης διαφορετική αφετηρία, ενασχόληση, ενδιαφέροντα, ταξική προέλευση, αλλά και εντελώς ανεξιχνίαστη ιδεολογική καταγωγή.

Εκείνος είναι ο νεότατος –ούτε 30– πρόεδρος στις Γούβες και δουλεύει στην (ειλικρινά υποδειγματικού επιπέδου, καθαριότητας και ποιότητας) οικογενειακή τους χασαποταβέρνα. Εκείνη διατηρεί έναν πρότυπο, ευρωπαϊκού επιπέδου ξενώνα, που λειτουργεί με όρους «φιλικής» φιλοξενίας, κυρίως με Ισραηλινούς τουρίστες, προβλέποντας την παραμικρή επιθυμία. Τι συνδέει αυτούς τους δύο ανθρώπους; Εκ πρώτης όψεως μάλλον τίποτα, εκτός από το τουριστικό κίνητρο. «Μην αναζητάτε κομματικές επιρροές ή εξαρτήσεις στις απόψεις. Δεξιοί-αριστεροί, εδώ όλοι συμφωνούν», μας έχει προειδοποιήσει η ξεναγός μας.

ΒΟΡΕΙΑ ΕΥΒΟΙΑ: Μία διήμερη περιοδεία, δύο όψεις της ζωής

Από τον Αύγουστο του 2021 ο Βαγγέλης, η Βαγγελιώ και πολλοί άλλοι απ’ όσους συναντήσαμε έχουν κοινό κάτι ανυπέρβλητο. Το ίδιο ψυχολογικό τραύμα όταν ανακαλούν τα άυπνα 24ωρα της φωτιάς. Τα ίδια «βαριά» μάτια ή συχνότερα τα αναπόφευκτα δάκρυα. Εκείνος θυμάται τι συνέβη όταν οι φλόγες έζωσαν το χωριό που είναι όνομα και πράγμα –«Γούβες»– στο μέσον ενός δάσους που τους κυκλώνει από παντού. «Φοβήθηκες ότι θα πεθάνεις;» τον ρωτάμε. «Δεν το σκέφτηκα. Είχαμε και plan b. Αν τα ποτάμια της φωτιάς κατέβαιναν στο χωριό, να καταφύγουμε στο γήπεδο». Μέχρι εκεί ήταν αδιανόητο ότι θα φύγουμε. «Διώξαμε νωρίς τους πιο αδύναμους. Μείναμε για να υπερασπιστούμε τα σπίτια μας και το παρθένο δάσος που δεν είχε καεί ποτέ, κληρονομιά των δικών μας. Αλλά δεν τα καταφέραμε. Κάηκε. Αυτό πρώτη φορά, τα άλλα γύρω γύρω, δεύτερη», λέει ο Βαγγέλης. Και μας εξηγεί ότι το «κάηκε πρώτη φορά» σημαίνει ότι μπορεί να «ξαναπετάξει» φύλλα και να αναγεννηθεί…

«Τρέλα. Να είμαι σε απόγνωση, να μαθαίνω ότι καίγεται το σπίτι της αδελφής μου και να ψάχνω τρόπο να απομακρύνω τους επισκέπτες μου σε ασφαλές μέρος. Να έχω την ευθύνη τους, μην καούν. Βλέπαμε τη φωτιά να κατεβαίνει. Τα πρώτα 24ωρα, εναέρια μέσα πουθενά, βοήθεια πουθενά. Τηλέφωνα. Κάτι ξένοι φίλοι μάς δέχτηκαν στο σπίτι τους. Οταν επέστρεψα στον ξενώνα, όλα ήταν μαύρα, ο καπνός πηχτός μέχρι τη μέση των δωματίων. Δουλέψαμε μήνες, μόνοι, για να επανέλθουν τα πράγματα», λέει η Βαγγελιώ. Και η Μαρία, μαγείρισσα περιωπής στον ξενώνα, με «μετάλλια» τηλεοπτικής αναγνώρισης, συμπληρώνει μαζί με τις άλλες κυρίες του βοηθητικού προσωπικού πως μόνον ο απλός κόσμος, «άγνωστοι πολίτες και η Ιερά Αρχιεπισκοπή της Νέας Υόρκης, ο Ελπιδοφόρος, έστειλαν πράγματα. Μόνοι τους. Κουπόνια, τρόφιμα και ρούχα… καραβιές. Κατά τα άλλα ακόμα και τα κοντέινερ τα είχαν πάρει από τις δομές των προσφύγων στην Αττική. Η κατάσταση άθλια. Απόγνωση μόνο». Λένε, λένε…

Ο Βαγγέλης, η Βαγγελιώ, η Μαρία και όλοι οι άλλοι έχουν, βέβαια, ένα κοινό. Το ίδιο πείσμα στη σύνδεση με ό,τι θεωρούν «τόπο τους» και «ζωή τους». Το ίδιο ερώτημα και την ίδια αναπάντητη εκκρεμότητα όταν η συζήτηση έρχεται στον μακρόπνοο σχεδιασμό ενός μέλλοντος για την περιοχή που δεν μπορεί πια καθόλου να αγνοήσει τις συστάδες μιας «γενοκτονίας» η οποία, κατά μήκος όλης της διαδρομής στα χωριά της Βόρειας Εύβοιας (από την Αγία Αννα και τη Λίμνη ώς το Πευκί, τις Ροβιές, το Μαντούδι, τους Ωρεούς, τις Γούβες, τους Παπάδες, τις Μηλιές, τα Βασιλικά και τους Κουρκουλούς), σου τσαλακώνει χιλιόμετρο χιλιόμετρο την καλή διάθεση με την οποία ξεκινάς να παρακολουθήσεις τις εκδηλώσεις «Φωνές του φθινοπωρινού δάσους» του Μεγάρου Μουσικής.

«“Γενοκτονία”; Μήπως είμαι υπερβολική;», αναρωτιέμαι, καθισμένη ανάμεσα σε συναδέλφους μιας μικρής δημοσιογραφικής αποστολής, στο πουλμανάκι που οδηγεί ο Θοδωρής, αποφασισμένος μέσα σε ένα 24ωρο να μας ταξιδέψει σε όλα τα εμπιπραμένα χωριά. «Των οικιών υμών εμπιπραμένων υμείς άδετε» δηλαδή; Οχι, καθόλου έτσι.

Οι εκδηλώσεις πολιτισμού που ξεκίνησαν πέρυσι με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, συνεχίστηκαν με τη Λυρική Σκηνή και παρέδωσαν τώρα τη σκυτάλη στο Μέγαρο Μουσικής και σε ένα πλαίσιο που συνδυάζει τα εκπαιδευτικά προγράμματα με δωρεάν συναυλίες στα πιο απόμακρα χωριά είναι μάλλον η πιο απτή πρόταση μέχρι στιγμής της Επιτροπής Ανασυγκρότησης της Βόρειας Εύβοιας, με επικεφαλής τον Σταύρο Μπένο.

Που σημαίνει ότι αν ο τελευταίος δικαιολογεί τον σημαντικό ρόλο του συντονιστή της Επιτροπής είναι για την ώρα λόγω των τουριστικών κινήτρων και των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και όχι των αντιπλημμυρικών έργων ή της αποψίλωσης των καμένων. Για όλα αυτά «οι μελέτες είναι έτοιμες», μας λέει βέβαια ένας τοπικός παράγοντας, που πάντως ούτε αυτός τολμά να αμφισβητήσει την ολιγωρία της πολιτείας, όχι μόνο την ώρα της φωτιάς (θέμα στο οποίο συμφωνούν άπαντες, αρκετοί επιφυλάσσοντας λόγια συμπάθειας για τους αποσυντονισμένους πυροσβέστες τότε και λόγια αλληλοεκτίμησης για όσους αγνόησαν παίζοντας τη ζωή τους την υπόδειξη της Πολιτικής Προστασίας και έμειναν στα χωριά τους για να τα σώσουν), αλλά και για την ανασύνταξη της Βόρειας Εύβοιας.

Ο δεύτερος Νοέμβριος μετά το καλοκαίρι του 2021 είναι εδώ και μαζί οι προσευχές οι βροχές να είναι ήπιες, γιατί τα αντιπλημμυρικά έργα (με εξαίρεση ένα πολύ μικρό σημείο του χάρτη) είναι ακόμα στο στάδιο της μελέτης. Οσο για την αποστολή του πολιτισμού, είναι αυτό που θα μας πουν όλοι όσοι συναντήσουμε: «Μη μας ξεχάσετε». Σαν την Κύπρο του Αλκίνοου…

Προσώρας η λύση που βρέθηκε είναι ανακουφιστική, αλλά όχι «θεσμική» και μακρόπνοη: η απορρόφηση στη Δασονομία για τα επόμενα 7 χρόνια όσων ασχολούνταν με τη ρητίνη (ρετσίνι), αλλά και των μελισσοκόμων και των ξυλοκόπων. Ειδικά η ρητίνη όμως για να ξαναγίνει επαγγελματικός και προσοδοφόρος προσανατολισμός των κατοίκων υπερβαίνει την 7ετία: για να φτάσει ένα πεύκο να την παράγει θέλει 40 χρόνια ζωής. Υπάρχουν και οι πιο… «κακόπιστοι». Οσοι βλέπουν στην κυβερνητική ολιγωρία καινούργια σχέδια που περιλαμβάνουν «μεγάλες επενδύσεις» όπως συνέβη στη Νότια Εύβοια. Υπάρχουν και οι πιο ορθολογιστές και απολιτίκ. Οσοι απλώς βλέπουν πόσο δύσκολη θα είναι η ανασύνταξη και αναρωτιούνται εάν είναι πλέον εφικτή.

Και ο καθαρισμός από τα καμένα; Γενοκτονία, παρούσα. Οχι, τελικά δεν είμαι υπερβολική. Και δειλινό του προηγούμενου Σαββάτου ανεβαίνοντας από το Μαντούδι στους Κουρκουλούς με τον έμπειρο οδηγό Θοδωρή που δαμάζει τις ονομαστές στροφές του χάρτη της Βόρειας Εύβοιας, σκέφτομαι για πρώτη φορά πως τα καμένα δέντρα μοιάζουν με τους στίχους του Καλαμίτση στο αριστούργημα που σε μουσική Σπανού πρωτόπε η Μοσχολιού: «Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι / σαν το ξεχασμένο στάχυ / ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος / κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος […] ο κόσμος θάλασσα που απλώνει / κι αυτοί βουβοί, σκυφτοί και μόνοι…».

Οι στίχοι ταιριάζουν με την εικόνα. Μαύροι σκελετοί δέντρων σε συστάδες και σε παράξενες «χορογραφίες» ικεσίας προς έναν θεό που δεν τους άκουσε εγκαίρως ή ποτέ. Ολόγυμνοι, νεκροί, όρθιοι σε μια ατελείωτη «πορεία» αλληλοδιαδοχής στη Βόρεια Εύβοια. Πεθαμένα δέντρα που θυμίζουν τις προσφυγικές ροές όπως τις περιέγραφε ο Καζαντζάκης στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» ή όπως τις ζούμε όσοι διαβάζουμε σήμερα ειδήσεις για το «προσφυγικό». Τελειωμένοι άνθρωποι και καμένα δέντρα «πρόσφυγες», χωρίς κανένα αύριο; Αλλά, ανάμεσά τους, σε ένα παιχνίδι της φύσης που αντιστέκεται, της φύσης που επιμένει, το λίγο πράσινο που τόλμησε να ανθίσει και 1-2 δέντρα που γλίτωσαν από το μένος της φωτιάς, επειδή άλλαξε ξαφνικά η φορά του ανέμου. Το σκηνικό, δηλαδή, μεταφυσικό…

Και οι πραγματικοί άνθρωποι συμβιβασμένοι με το τραύμα της εικόνας και της μνήμης τους. Εμείς πάλι όχι όταν ακούμε κατοίκους από τις Γούβες να περιγράφουν όχι πώς έδιωξαν με το ζόρι ηλικιωμένους και γυναικόπαιδα τα εφιαλτικά 24ωρα του 2021. Οχι πώς έμειναν να σώσουν χωριά που έστεκαν στον ομφαλό ενός δάσους και, βράδυ, «κατέβαιναν γύρω γύρω οι φλόγες από παντού σαν ποτάμι». Οχι τα επόμενα 24ωρα που κάθισε ο καπνός στα χωριά και οι εναπομείναντες κάτοικοι τριγύριζαν στο ομιχλώδες τοπίο σαν φαντάσματα στην ομίχλη, βήχοντας, πίνοντας, βρίζοντας και κλαίγοντας. Οχι γι’ αυτούς που έφυγαν λίγο στην Αιδηψό – «να πάρω μια ανάσα, είχα κάτι σαν άσθμα» που λέει η ξεναγός μας στο φημιστό αξιοθέατο του χωριού, τον Πύργο του ποιητή Δροσίνη. Αλλά γι’ αυτούς που περιγράφουν πώς κάηκαν οι χελώνες. Πώς τα πουλιά δεν επέστρεψαν ποτέ στις Γούβες από τον Αύγουστο του 2021. Πώς κάποιοι είδαν τα αγριογούρουνα να κολυμπάνε για να περάσουν στο νησάκι απέναντι….

Αργότερα ντόπιοι παράγοντες θα μας πουν για την κατάργηση των δασονόμων και την αναγκαστική επαναφορά τους λόγω των «ρετσινάδων», τώρα που έπρεπε να απορροφηθούν. Για τους πυροσβέστες που δεν ήξεραν πώς να χειριστούν τον χάρτη του νομού, το πείσμα των κατοίκων στις προειδοποιήσεις εκκένωσης της Πολιτικής Προστασίας («εκείνοι δεν ήθελαν νεκρό, εμείς έτσι σωθήκαμε, επειδή μείναμε όλοι και παλέψαμε») και την έλλειψη νερού και πετρελαίου στις υδροφόρες. Για την τρέλα του θανάτου που κατέβαινε ποτάμι, πυρακτωμένο και μη αναστρέψιμο. Για τα κινητά που χτυπούσαν ασταμάτητα. Για τα κλάματα και τις κατάρες. Για την οργή. Για το «μη μας ξεχάσετε γαμώ το».

Αλλαγή σκηνικού. Δύο εικόνες που κρατάμε

Μετά την οργάνωση του Μεγάρου Μουσικής, με τον γνωστό κι αγαπημένο μας από την εποχή του χατζιδακικού «Τρίτου» και της «Λιλιπούπολης», Δημήτρη Μαραγκόπουλο, συνθέτη και υπεύθυνο για τις «Γέφυρες», και τον αεικίνητο του γραφείου Τύπου του Μεγάρου, Αντώνη Στεφάνου:

– Στο 1ο Δημοτικό Σχολείο του Μαντουδίου, όταν τα μικρά που τρέχουν στην πρόσκληση του 25χρονου Βενεζουελάνου αρχιμουσικού του «El sistema greece» (ορχήστρα-χορωδία με παιδιά από 14 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, αλλά και των προσφυγικών δομών), Χοσέ Ανχελ Σαλαζάρ Μάρε, θέλουν να γίνουν ένα (ντόπια παιδάκια, προσφυγάκια, όλα μαζί) και να διευθύνουν ή να γνωρίσουν τα μουσικά όργανα μιας ορχήστρας, η μικρή Δήμητρα (παιδί χωρισμένων γονιών με μια αποφασισμένη μάνα να κρατήσει τα παιδιά της στο Μαντούδι για καλύτερους όρους διαβίωσης) ζητά να πάει στο ωδείο για να μάθει βιολί «τώρα».

– Στους Κουρκουλούς, στη «χειροποίητη» συναυλία του Αλκίνοου στην πλατεία του χωριού, με πανσέληνο, τη συνάντηση με την αγαπημένη μας συνάδελφο Κορίνα, που κάποτε άφησε τη δημοσιογραφία και τον φίλο της Αντώνη, και μαζί τους αλλά και με δεκάδες άλλους να ενώνουμε τον ήχο και το υλικό μας στους στίχους που απόψε απευθύνονται στη Βόρεια Εύβοια, αλλά και στο Πήλιο, στο νερό των Σταγιατών, στη φρίκη της Χρυσής Αυγής και στη μνήμη του Παύλου Φύσσα.

Ενα τελευταίο: Μακάρι το Μέγαρο Μουσικής («σε συνεργασία με την Επιτροπή Ανασυγκρότησης Βόρειας Εύβοιας στο πλαίσιο της δράσης “Φωτοδότες”, την Περιφέρεια Κεντρικής Ελλάδας και τους Δήμους Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Αννας και Ιστιαίας-Αιδηψού, θέλοντας να εκφράσουν έμπρακτα τη στήριξή τους στους κατοίκους των περιοχών της Βόρειας Εύβοιας που επλήγησαν από τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2021»), μακάρι κι ο Μαραγκόπουλος και οι άλλοι να συνεχίσουν το «πολιτιστικό-μουσικό πρόγραμμα πιλοτικού χαρακτήρα» στα «ακριτικά» χωριά της Βόρειας Εύβοιας και όχι μόνον. Και αλλού. Θα είναι ίσως το μόνο θετικό μιας πυρκαγιάς που κατέκαψε τα πάντα. Οχι –ελπίζουμε– τις προοπτικές.