Η εξηκοστή όγδοη κυβέρνηση της Ιταλίας, τελικά, είναι πραγματικότητα. Η Τζόρτζια Μελόνι ανέβηκε στον λόφο του Κυρινάλιου, συνάντησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Ματαρέλα και του παρέδωσε, αμέσως, τη λίστα με τους είκοσι τέσσερις υπουργούς της κυβέρνησής της.
Η συνομιλία με τον Ιταλό πρόεδρο διήρκεσε πάνω από μια ώρα, κάτι που σημαίνει ότι υπήρχαν μια σειρά από θέματα που έπρεπε να αποσαφηνιστούν.
Σε ό,τι αφορά τον τρόπο σύνθεσης της νέας κυβερνητικής συμμαχίας, είναι σαφές ότι η νικήτρια των ιταλικών εκλογών επέβαλε τους δικούς της κανόνες. Εννέα υπουργοί ανήκουν στα ακροδεξιά Αδέλφια της Ιταλίας, πέντε στη Φόρτσα Ιτάλια, πέντε στη Λέγκα και άλλοι τόσοι είναι τεχνοκράτες.
Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν έλαβε ούτε το υπουργείο Δικαιοσύνης, ούτε και το Τηλεπικοινωνιών. Η μόνη θέση που είχε ζητηθεί και δόθηκε, όντως, στο κόμμα του Καβαλιέρε είναι το υπουργείο Εξωτερικών, του οποίου θα ηγηθεί ο ατλαντιστής και πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Αντόνιο Ταϊάνι.
Ο δε Ματέο Σαλβίνι, από τη Λέγκα, τελικά δεν εξασφάλισε το υπουργείο Εσωτερικών, αλλά το «νούμερο δύο» του κόμματος, ο φιλοευρωπαϊστής Τζανκάρλο Τζορτζέτι, τοποθετήθηκε στο Οικονομικών. Για τον Σαλβίνι πρόκειται, ουσιαστικά, για μια διπλή ταπείνωση.
Αναγκάστηκε να πάει στο υπουργείο Υποδομών, αλλά την τελευταία στιγμή έμαθε ότι δεν θα έχει λόγο σε ό,τι αφορά το Ιταλικό Σχέδιο Ανάκαμψης και ότι δεν θα μπορεί ούτε να διαχειρίζεται τα λιμάνια της χώρας. Κάτι που σημαίνει ότι μένει εκτός διαχείρισης του μεταναστευτικού. Επιβεβαιώνεται, δηλαδή, η γνωστή τάση της Τζόρτζια Μελόνι να ελέγχει σχεδόν τα πάντα, περιορίζοντας όσο περισσότερο γίνεται την αυτονομία κινήσεων των αντιπάλων, αλλά και των συμμάχων της.
Πολλοί σχολιαστές υπογράμμισαν ότι πρόκειται για την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό της Ιταλίας. Ορθόν, αλλά δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κάποιος ότι υπουργοποιήθηκαν μόλις 6 γυναίκες και ότι πρόκειται για ένα τα χαμηλότερα ποσοστά των κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαετίας.
Πέρα από όλα αυτά, υπάρχει, φυσικά, το πιο ουσιαστικό ερώτημα: με ποιον θα αποφασίσει να συνεργαστεί η Ιταλίδα πρωθυπουργός; με τους διάφορους Ορμπαν, Ντούντα, Λε Πεν, που έσπευσαν να τη συγχαρούν, ή με τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή; Διότι είναι σαφές ότι η συνταγή των «μεταβλητών συμμαχιών», που η Μελόνι επαναλάμβανε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν αναλαμβάνεις τα ηνία μιας χώρας και καλείσαι να κάνεις κύριας σημασίας επιλογές.
Πάντως, ήδη στη φάση αυτή, δεν λείπουν τα ανησυχητικά μηνύματα. Πέρα από τις συνεχείς αναφορές στην «Ευρώπη των Εθνών», με ξεκάθαρη ακροδεξιά προσέγγιση, υπάρχουν και απτά παραδείγματα. Μόλις ξεπεράσαμε το «σοκ» της επιλογής του φανατικού καθολικού Λορέντσο Φοντάνα για την προεδρία της Βουλής και του θαυμαστή του Μουσολίνι, Ινιάτσιο Λα Ρούσα, για εκείνη της Γερουσίας, βρεθήκαμε αντιμέτωποι και με «ακραίες περιπτώσεις» της λίστας των υπουργών.
Η Εουτζένια Ροτσέλα, πρώην μέλος του ριζοσπαστικού κόμματος, ανέλαβε υπουργός αρμόδια για θέματα οικογένειας και ισότητας. Κρίμα, όμως, που πιστεύει ότι η άμβλωση είναι «η σκοτεινή όψη της μητρότητας», ενώ είναι και ορκισμένη εχθρός των συμφώνων συμβίωσης των ομοφυλόφιλων.
Παράλληλα, στο υπουργείο για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τοποθετήθηκε η Αλεσάντρα Λοκατέλι: ανήκει στη Λέγκα και στη θητεία της στο δημοτικό συμβούλιο του Κόμο ξεχώρισε λόγω των ακραίων θέσεών της στην αντιμετώπιση των μεταναστών και των αστέγων.
Για ένα κόμμα και συνολικά μια παράταξη, η οποία αναφέρεται συχνά στη χριστιανική ταυτότητα και ρίζες της Ευρώπης δεν είναι ακριβώς ένα υπόδειγμα συνοχής. Στοιχείο δυσεύρετο, άλλωστε, και στις προσωπικές επιλογές των Ιταλών πολιτικών. Η ίδια η Μελόνι, στις συνάξεις του ισπανικού ακροδεξιού Vox, βροντοφωνάζει ότι υπερασπίζεται την παραδοσιακή οικογένεια. Στη ζωή της, όμως, δεν έχει παντρευτεί και επέλεξε να συζήσει με τον σύντροφό της, με τον οποίο έχει κόρη έξι ετών.
Το ίδιο ισχύει και για τον Ματέο Σαλβίνι. Είναι χωρισμένος και συζεί με τη νέα του σύντροφο. Οι «διευρυμένες, σύγχρονες αυτές οικογένειες» παρευρέθηκαν και στην τελετή ορκωμοσίας, στο Κυρινάλιο μέγαρο, σε χαλαρό κλίμα. Oμως, όταν οι πολίτες διεκδικούν την ελευθερία επιλογής τους, ξυπνούν κάποια βαθύτατα, υπερσυντηρητικά αντανακλαστικά. Μια ακόμη απόδειξη της πολυεπίπεδης διγλωσσίας της νέας κυβέρνησης της Ρώμης.
