«Ετοιμαστείτε για μια διχασμένη διακυβέρνηση στην κόψη του ξυραφιού» διαμήνυε το επιδραστικό Atlantic Council, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ που έδωσαν μια ισχνή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και διατήρησαν την επίσης ισχνή Δημοκρατική πλειοψηφία στη Γερουσία.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι βασικός στόχος των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή (κατέχοντας την προεδρία τόσο του Σώματος όσο και κρίσιμων Επιτροπών) θα είναι να επιχειρήσουν να μπλοκάρουν τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, δυσχεραίνοντας (αν όχι αποτρέποντας σε κάποιες περιπτώσεις) την εφαρμογή της ατζέντας της. Αλλά και ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν -με το δικαίωμα βέτο που διατηρεί- και η ελεγχόμενη από τους Δημοκρατικούς Γερουσία θα προσπαθήσουν να «ακυρώσουν» τις πιο αμφιλεγόμενες νομοθετικές προτάσεις των Ρεπουμπλικανών.
Με δεδομένη την οριακή τους πλειοψηφία (220 έναντι 213 με μόνο δυο έδρες ακόμη ανοιχτές) οι βουλευτές του Μεγάλου Παλιού Κόμματος (GOP) θα χρειαστούν αυστηρή πειθαρχία, γιατί ελάχιστες αποσκιρτήσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταψήφιση νομοθετικών τους προτάσεων και αν ακόμη εγκριθούν θα μπορούσαν έπειτα να απορριφθούν από τη Δημοκρατική Γερουσία.
Και από την άλλη, όπως εκτιμά η Guardian, ίσως είναι απίθανο να δούμε να υπερψηφίζονται δικομματικά πολλοί νόμοι, όπως έγινε στα δύο πρώτα χρόνια της θητείας του Τζο Μπάιντεν, γιατί «η νέα ρεπουμπλικανική ηγεσία δύσκολα θα προσφέρει την ευκαιρία στον Μπάιντεν να έχει άλλες πολιτικές νίκες πριν από τις προεδρικές του 2024», όπως έγραφε η Guardian, εκτιμώντας πως μόνη δυνατότητα των Δημοκρατικών να επιβάλουν κάποια μέρη της ατζέντας τους θα είναι τα εκτελεστικά διατάγματα: κάτι που ήδη έχει κάνει συχνότατα ο πρόεδρος Μπάιντεν τα δυο πρώτα χρόνια της θητείας του (υπογράφοντας περίπου 100) και που τώρα αναμένεται να πολλαπλασιαστούν ως τις εκλογές του 2024.
Η χρηματοδότηση της κυβέρνησης
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα προωθήσουν μια σειρά «θεαματικών» ψηφοφοριών επί προτάσεων νόμων (παρότι ξέρουν πως τελικά δεν θα εγκριθούν από τη Γερουσία ή θα συναντήσουν το βέτο του πρόεδρου), γιατί γνωρίζουν ότι αυτό θα συσπειρώσει την πιο ριζοσπαστική κομματική βάση. Τέτοιες προτάσεις θα μπορούσαν να σχετίζονται με την επιβολή ομοσπονδιακών περιορισμών στην άμβλωση, με μέτρα κατά των τρανς αθλητών και των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, με νέους περιορισμούς στο δικαίωμα ψήφου.
Αλλά η μεγάλη μάχη θα δοθεί για το λεγόμενο «ταβάνι του χρέους» (το μέγιστο ποσόν που μπορεί να δανειστεί η κυβέρνηση), κάτι που θα μπορούσε όχι απλά να παραλύσει την Ουάσινγκτον, αλλά και να έχει σοβαρές συνέπειες στην αμερικανική οικονομία. Η υπουργός Οικονομικών Τζάνετ Γέλεν έχει προειδοποιήσει πως αν δεν εγκριθεί άμεσα αύξηση, το ταβάνι του χρέους θα έχει εξαντληθεί μέσα στο καλοκαίρι.
Ωστόσο, η απειλή ενός default το πιο πιθανό είναι πως θα γίνει απλά το διαπραγματευτικό χαρτί των Ρεπουμπλικανών για την περικοπή άλλων δαπανών, που θα έπλητταν καίριες πολιτικές του Μπάιντεν, εκτιμά ο Τζος Λίπσκι, διευθυντής του Γεω-Οικονομικού Κέντρου και πρώην σύμβουλος του ΔΝΤ. Και πράγματι, οι Ρεπουμπλικανοί έχουν ξεκαθαρίσει πως δεν πρόκειται να εγκρίνουν κάποια αύξηση στο ταβάνι του χρέους αν δεν διασφαλίσουν σημαντικές περικοπές σε κάποια προγράμματα, ιδίως σε αυτά που έχουν ένα κοινωνικό χαρακτήρα και αποτελούν «εύσημα» για τον Μπάιντεν, όπως είναι η κοινωνική ασφάλιση ή το πρόγραμμα ιατρικής περίθαλψης Medicare.
Γνωρίζοντας τις προκλήσεις που την περιμένουν, η κυβέρνηση Μπάιντεν επιδιώκει ώς τις 16 Δεκεμβρίου να έχει εγκρίνει την αύξηση του ορίου στο ταβάνι του χρέους ώστε να προχωρήσει για το επόμενο οικονομικό έτος (που λήγει τον Σεπτέμβριο του 2023) βασικές πολιτικές της και να αποφύγει ένα πάγωμα των μη βασικών ομοσπονδιακών υπηρεσιών.
Ενώ ανάμεσα στα άλλα έχει ήδη ζητήσει την έγκριση πακέτου βοήθειας προς την Ουκρανία ύψους 37,7 δισεκατομμυρίων, καθώς η νέα ρεπουμπλικανική πλειοψηφία στη Βουλή έχει ταχθεί υπέρ της περικοπής (τουλάχιστον) της στρατιωτικής βοήθειας την Ουκρανίας με τον προαλειφόμενο για πρόεδρο της Βουλής, Ρεπουμπλικανό Κέβιν ΜακΚάρθι, να προειδοποιεί: «Η Ουκρανία είναι σημαντική, αλλά δεν μπορεί πια να παίρνει λευκή επιταγή».
