Τα ελληνοτουρκικά αποτελούν, σχεδόν καθημερινά, θέμα ενασχόλησης για τα εγχώρια ΜΜΕ. H κάλυψή τους, όσο περίπλοκη κι αν είναι, βασίζεται στην πεποίθηση πως το κοινό που παρακολουθεί γνωρίζει το πλαίσιο, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές. Αυτό δίνει τη δυνατότητα σε δημοσιογράφους και αναλυτές να στέλνουν συγκεκριμένα μηνύματα, χωρίς επεξηγηματικό χαρακτήρα.
ΤΙ, όμως, συμβαίνει, όταν τα ίδια ακριβώς θέματα καλύπτονται από διεθνή ΜΜΕ; Προφανώς οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Πρώτον, ο δημοσιογράφος, ο οποίος συντονίζει κάποια ξένη εκπομπή, προσεγγίζει μια κατάσταση από διαφορετικές οπτικές, ώστε το μη εξειδικευμένο κοινό του να αποκομίζει σφαιρική άποψη. Και δεύτερον, καλεί εκπροσώπους της Τουρκίας, για να ακούγεται η άποψη της Αγκυρας. Ακολούθως, η προώθηση των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό μεταβάλλεται σε διαδικασία που δεν είναι παιχνίδι για έναν μπροστά στους οπαδούς του, αλλά προσπάθεια ανάδειξης επιχειρημάτων.
Τα διεθνή ΜΜΕ δεν ενδιαφέρονται για τα ελληνοτουρκικά παρά μόνο σε περιόδους εντάσεων. Μία τέτοια φάση ήταν ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβριος του 2020, με την έξοδο του τουρκικού ερευνητικού σκάφους «Ορουτς Ρέις» στην Ανατολική Μεσόγειο. Η τρέχουσα περίοδος έχει, επίσης, επικίνδυνα χαρακτηριστικά λόγω της καινούργιας στρατηγικής της Τουρκίας, η οποία εγείρει επισήμως ζήτημα κυριαρχίας κάποιων ελληνικών νησιών λόγω της στρατιωτικοποίησής τους. Ο γράφων είναι τακτικός αποδέκτης προσκλήσεων από διεθνή ΜΜΕ, πρόσφατα από το Inside Story του Al Jazeera, μια τηλεοπτική εκπομπή με πολλούς τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο.
Αυτό που επιδιώκει να πετύχει η Αγκυρα μέσω των «ειδικών», οι οποίοι την εκπροσωπούν ενώπιον του διεθνούς ακροατηρίου, είναι να κατηγορήσει την Ελλάδα πως παραβιάζει διεθνείς συνθήκες με τη στρατιωτικοποίηση ορισμένων νησιών. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να αντικρουστεί απλώς και μόνο με τη χρησιμοποίηση των όρων «προπαγάνδα» ή «πρόκληση». Η διεθνής κοινή γνώμη, άλλωστε, γνωρίζει ελάχιστα για τα ελληνοτουρκικά. Χρειάζεται σαφής αναφορά όχι μόνο στο δικαίωμα της Ελλάδας να φροντίζει για την άμυνά της βάσει του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ, αλλά και σε παραδείγματα από τη ρητορική της άλλης πλευράς. Υπάρχει πληθώρα δηλώσεων από την Αγκυρα τις τελευταίες μέρες που αποτυπώνουν την υπαρκτή απειλή.
Παράλληλα, το διεθνές ακροατήριο θέλει να μάθει για τη σύνδεση των ελληνοτουρκικών με τις ευρύτερες εξελίξεις. Ο αντίκτυπος, δηλαδή, της τουρκικής στρατηγικής στη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ συνιστά μείζον ζήτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Πόσο μάλλον που, την επαύριο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η χρησιμοποίηση ένοπλης βίας για την επίτευξη πολιτικών στόχων στη Γηραιά Ηπειρο επιστρέφει δραματικά στο προσκήνιο. Η ιστορία δεν βοηθάει την Τουρκία να αποδείξει το αντίθετο, όπως δείχνει η εισβολή στην Κύπρο το 1974. Αρα, η σύντομη αλλά σαφής αναφορά στα δεδομένα αυτά –υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών ανακατατάξεων και της ιστορικής γνώσης– συμβάλλει στην αποδόμηση της τουρκικής επιχειρηματολογίας.
Εκπομπές που προβάλλονται από ΜΜΕ του εξωτερικού βασίζονται σε κανόνες διαλόγου. Οι διακοπές του συνομιλητή δεν συνηθίζονται ως πρακτική. Μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, καθώς δεν πρόκειται για επιστημονική συζήτηση, απαιτείται μια εμπεριστατωμένη αλλά εύληπτη απάντηση στις τουρκικές αιτιάσεις.
Τα καλά νέα είναι πως οι παρεμβάσεις Τούρκων «ειδικών» σε τέτοιες εκπομπές είναι απολύτως προβλέψιμες. Τα κακά νέα, πως οι παρεμβάσεις αυτές είναι πολύ περισσότερες από των Ελλήνων, με αποτέλεσμα, κάποιες φορές, η ποσότητα να υπερτερεί της ποιότητας. Η χώρα μας ακόμα πάσχει στην εφαρμογή μιας εθνικής στρατηγικής για τη δημόσια διπλωματία, με αποτέλεσμα –πλην των αμιγώς πολιτικών τοποθετήσεων– να γίνονται απλώς μεμονωμένες προσπάθειες από λίγους Ελληνες του εσωτερικού και του εξωτερικού.
* senior fellow στο ΕΛΙΑΜΕΠ και στο Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών Μπέγκιν-Σαντάτ, λέκτορα Διεθνών Σχέσεων στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Νίκαιας
