ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Απόστολος Λυκεσάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Θέλω να σου εκμυστηρευτώ ότι μια σκέψη, μια εικόνα που δεν θα δω ποτέ, είναι που με βασανίζει. Είναι η γνώση ότι δεν θα δω την κόρη μου να μεγαλώνει, να γυρνά από το Γυμνάσιο ερωτευμένη για πρώτη φορά στη ζωή της. Αυτή την εικόνα έχω φτιάξει στο μυαλό μου κι έρχεται και ξανάρχεται για να με παρηγορεί. Θα ήθελα να μπορούσα να της το πω και να το καταλάβει. Θα ήθελα να το γράψεις αυτό όταν πεθάνω για να το μάθει έστω αργότερα».

Κατέγραψα την επιθυμία του Αλέξανδρου Νικολαΐδη σε ένα πρόχειρο χαρτί που βρέθηκε μπροστά μου και την κουβαλούσα διαρκώς μαζί μου τρεις μήνες τώρα σε μια προσπάθεια να εξοικειωθώ με την ιδέα του χαμού του που ερχόταν. Με την ιδέα της απώλειας, τόσο πρόωρα, μιας ανθρώπινης ποιότητας σαν του Αλέξανδρου.

Γνωριστήκαμε στην πρώτη δημόσια πολιτική του παρουσία Δεκέμβριο του 2018 στο ισόγειο του δημαρχιακού μεγάρου Θεσσαλονίκης κατά την παρουσίαση της διακήρυξης του «Παρατηρητηρίου ενάντια στη φασιστική βία» («Εφ.Συν.», 8.12.2018, «Διακήρυξη του Παρατηρητηρίου ενάντια στη φασιστική βία»). Θυμάμαι ώς τώρα την έμφυτη συστολή, την αμηχανία του καθώς παρόντες και παρούσες έσπευδαν να του σφίξουν το χέρι. Ηταν μέρες που φασιστικές ορδές αλώνιζαν στη Βόρεια Ελλάδα με λυσσαλέες κραυγές ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών.

Τότε εμφανίστηκε στα δημόσια πράγματα ο Αλέξανδρος. Τότε ύψωσε το ανάστημά του. Τότε ακούστηκε ο λόγος του: «Δεν μπορώ να φανταστώ τα παιδιά μου να μεγαλώνουν σε έναν φασιστικό κόσμο, δεν μπορώ να βλέπω να σπέρνουν μίσος στα σχολεία και τα γυμναστήρια και να μην κάνω τίποτα». Ο Αλέξανδρος εμφανίστηκε όταν κάποιοι λιγοψυχούσαν ή κιότευαν. Γιατί είχε θυμώσει που οι χρυσαυγίτες είχαν αλώσει τα δυναμικά σπορ.

Ο Αλέξανδρος, πριν χαρίσει με τη δημόσια διαθήκη του τα δύο ολυμπιακά του μετάλλια για τα παιδιά που θα έχουν ανάγκη βοήθειας, τα είχε «λιώσει» και τα είχε μοιράσει ήδη σε όλους μας. «Δεν μαθαίνουμε τάε κβον ντο για να δέρνουμε τον κοσμάκη, αλλά για να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι και μόνο αν χρειαστεί να υπερασπιστούμε τους αδύναμους. Τίποτα άλλο δεν έχει αξία». Στη βάση αυτών των αρχών έβαλε υποψηφιότητα για ευρωβουλευτής, στάθηκε όρθιος στο ταπί της ζωής απέναντι στους ακροδεξιούς που λυσσομανούσαν στις αντισυγκεντρώσεις.

Ο λόγος του Αλέξανδρου ήταν το επόμενο κεφάλαιο. Το συνόψισε καίρια ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Νάσος Ηλιόπουλος: «Είχε συνέχεια άγχος αν έγραψε καλά την ανακοίνωση, αν ήταν καλή η εμφάνισή του, ρωτούσε συνέχεια. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε πολλά να του πούμε. Περισσότερα ήταν αυτά που μαθαίναμε». Διότι ως αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είχε βαθιά συναίσθηση της ευθύνης ότι δεν εκπροσωπούσε τον εαυτό του, δεν ήταν μόνο το κόμμα, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος της Αριστεράς τον οποίο δεν ήθελε να «προδώσει» ούτε με ένα λεκτικό ολίσθημα.

Ο Αλέξανδρος ήταν ο λαϊκός άνθρωπος των δυτικών συνοικιών, το παιδί που πέτυχε στη ζωή του αλλά δεν ξιπάστηκε στιγμή, δεν περιέφερε ποτέ τους αθλητικούς θριάμβους του για να αποκομίσει οφέλη. Γι’ αυτό και τον αγάπησαν όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό και έκλαιγαν χθες στον αέρα των ραδιοφωνικών εκπομπών (Κ. Αμπατζάς, Κ. Αρβανίτης, Α. Αδαμίδης, Χ. Γιαννούλης) μιλώντας για «την ευγένεια, την ευθυκρισία, τη γενναιοδωρία, την ανιδιοτέλεια, την τρυφερότητα, τον αλτρουισμό του».

Και φυσικά ο πρόεδρος του κόμματος Αλέξης Τσίπρας που τον τίμησε, όχι μόνο με τη θέση που του ανέθεσε. «Δεν ξέρω αλήθεια πώς να ευχαριστήσω τον πρόεδρο», μου έλεγε ο Αλέξανδρος, «γιατί η βοήθεια και η στήριξη που μου έδωσε ήταν κάτι που δεν το περίμενα, τόσες σκοτούρες έχει, αλλά ειλικρινά έχει βάθος και ουσία η προσπάθεια που έχει καταβάλει να μου συμπαρασταθεί εμπράκτως. Εχει κινήσει γη και ουρανό, μόνο αυτό σου λέω (μου εξομολογήθηκε και συγκεκριμένα πράγματα ο Αλέξανδρος, αλλά ούτε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα ήθελε να αναφερθούμε σε αυτά)».

Είχαμε πιστέψει στ’ αλήθεια ότι ο Αλέξανδρος θα νικούσε και τον καρκίνο. Οσοι τον γνωρίσαμε και μας τίμησε με την εμπιστοσύνη και το ανοιχτόκαρδο χαμόγελό του, είμαστε απαρηγόρητοι. Στεκόμαστε πλάι στην πολυαγαπημένη του σύζυγο Δώρα Τσαμπάζη και τα δύο παιδιά τους, τους συγγενείς τους, για να μοιραστούμε τον πόνο τους.