Αν το ανθρώπινο είδος έχει ανάγκη να ακούει και να διηγείται ιστορίες, ποια ζωτική λειτουργία επιτελεί αυτή η αινιγματική εγκεφαλική μας ικανότητα; Και η διαχρονική παρουσία των διαφόρων αφηγηματικών πρακτικών στην ιστορία των ανθρώπων εξυπηρετεί όντως μια βασική προσαρμοστική μας ανάγκη ή είναι μόνο ένα επιφαινόμενο δευτερεύουσας σημασίας, ένα τυχαίο «παραπροϊόν» της ανάπτυξης του εγκεφάλου μας;
Οπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, την τελευταία εικοσαετία άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες επιστημονικά τεκμηριωμένες έρευνες και αυστηρά φυσιοκρατικές ερμηνείες σχετικά με τους εντελώς αδιαφανείς, μέχρι πρόσφατα, εγκεφαλικούς και νοητικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται και επιτρέπουν την εμφάνιση της τυπικά ανθρώπινης προδιάθεσης να μετατρέπουμε σε αφηγήματα όχι μόνο ό,τι γνωρίζουμε αλλά και ό,τι αγνοούμε (βλ. Μηχανές του Νου» 12.11.22).
Πράγματι, χάρη στις τεχνικές μεθόδους απεικόνισης των εγκεφαλικών ιστών και λειτουργιών -όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία ή fMRI, η τομογραφία βάσει εκπομπής ποζιτρονίων ή PET και η μαγνητοεγκεφαλογραφία ή MEG- αρχίζουμε να εντοπίζουμε τόσο τις βασικές εγκεφαλικές δομές που εμπλέκονται όσο και τα νευρωνικά μικροκυκλώματα που δραστηριοποιούνται όταν ακούμε ή διηγούμαστε μια «πραγματική» ή επίπλαστη «φανταστική» ιστορία.
Αυτές οι επιστημονικές εξελίξεις συνέβαλαν πρόσφατα στην ανάδυση της «Νευρο-αφηγηματικής» (Neuro-storytelling), του νέου διεπιστημονικού πεδίου έρευνας που επιχειρεί προγραμματικά να τεκμηριώσει την επιστημονική θεωρία του «Homo sapiens narrans», η οποία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως «αφηγηματικά ζώα», αφού, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι τα μόνα έμβια όντα στον πλανήτη που διαθέτουν «ενστικτωδώς» την ικανότητα να επινοούν και να ακούνε γλωσσικά αφηγήματα.
Πρόκειται, άραγε, για έμφυτη γενετική ικανότητα, δηλαδή για μια αποκλειστικά ανθρώπινη ενστικτώδη προδιάθεση ή, αντίθετα, για μια επιγενετική συμπεριφορά που εκδηλώνεται μόνο εφόσον πληρούνται ορισμένες βιολογικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές προϋποθέσεις; Πάντως, η έκφραση τόσο της διαχρονικής μας ικανότητας όσο και της τυπικά ανθρώπινης νοητικής μας ανάγκης να εκδηλώνουμε τις διάφορες αφηγηματικές πρακτικές μας προϋποθέτει όχι μόνο την εξέλιξη κάποιων περίπλοκων εγκεφαλικών δομών (γλωσσικών και νοητικών), αλλά, ταυτοχρόνως, και την παρουσία των κατάλληλων κοινωνικών-οικογενειακών συνθηκών που επιτρέπουν, αφ’ ενός, τη φυσιολογική ανάπτυξη και, αφ’ ετέρου, την απρόσκοπτη έκφραση των ομιλούντων εγκεφάλων μας.
Από όλες τις μέχρι σήμερα έρευνες, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος είναι όντως το μόνο έμβιο ον που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς διηγήματα, που νιώθει διαρκώς την ανάγκη να επινοεί, να επεξεργάζεται και να απολαμβάνει κάποιες λίγο-πολύ εύλογες ή και εντελώς φανταστικές αφηγήσεις σχετικά με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. «Ο εγκέφαλός μας καταφεύγει στην τεχνική της “εξιστόρησης” για να βάζει τάξη στην αταξία και να δίνει κάποια λογική συνοχή σε ό,τι είναι λογικά ασυνεπές», όπως υποστηρίζει και ο Μάικλ Γκαζάνιγκα (Michael Gazzaniga), κορυφαίος σύγχρονος νευροεπιστήμονας και διάσημος συγγραφέας εκλαϊκευτικών βιβλίων.
Ο εγκέφαλός μας, μάλιστα, είναι μια αφηγηματική μηχανή που εργάζεται αδιάλειπτα, δημιουργώντας λεκτικές και εικονικές αφηγήσεις ακόμη κι όταν κοιμάται και ονειρεύεται. Γιατί τι άλλο είναι τα όνειρα από ιστορίες που αναδύονται αυθόρμητα και τις «βλέπουμε» στο ύπνο μας; Νυχτερινές νοητικές αφηγήσεις που παράγονται παρά τη θέλησή μας, όταν ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται υποσυνείδητα και συνδυάζει με ιδιαίτερα ευφάνταστους τρόπους τις μνημονικές καταγραφές από τα ευχάριστα ή τα τραυματικά βιώματά μας.
Η αφηγηματική ικανότητα ως «προσαρμογή»
Πράγματι, οι πιο πρόσφατες έρευνες της νευροεπιστήμης των ονείρων μάς αποκαλύπτουν ότι ο εγκέφαλός μας δεν κοιμάται ποτέ με τρόπο ομοιόμορφο, αλλά διαφορετικές δομές ενός φαινομενικά βαθιά κοιμισμένου εγκεφάλου ξυπνάνε και είναι περισσότερο ή λιγότερο ενεργές κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια του ύπνου δεν βλέπουμε όνειρα μόνο στη φάση «REM» αλλά και στη φάση «όχι REM» του βαθέος ύπνου (βλ. «Μηχανές του Νου» 13.11.21). Μέσω αυτής της ασυνείδητης ονειρικής επεξεργασίας των πραγματικών βιωμάτων μας, ο εγκέφαλός μας συνθέτει, κατά τη διάρκεια του ύπνου, το φαινομενικά αλλόκοσμο ονειρικό σκηνικό, του οποίου είμαστε μάλλον οι παθητικοί θεατές παρά οι… σκηνοθέτες!
Ωστόσο, οι έμφυτες αφηγηματικές μας ικανότητες εκδηλώνονται και όποτε διαβάζουμε, ακούμε ή βλέπουμε μια μυθιστορία, όταν συνειδητά δημιουργούμε ή απολαμβάνουμε κάποιο έργο τέχνης: ένα λογοτεχνικό βιβλίο, ένα θεατρικό, κινηματογραφικό, μουσικό έργο, έναν πίνακα ζωγραφικής ή κάθε προϊόν των εικαστικών τεχνών.
Δεδομένης της διαχρονικής ανάγκης και της καθολικής ικανότητας των ανθρώπων να ακούν ή/και να επινοούν αφηγήματα, δείχνει ότι πρόκειται για μια βιολογικά έμφυτη ικανότητα: δηλαδή για μια εξελικτική «προσαρμογή» που πιθανότατα επιλέχθηκε από τη φυσική επιλογή σε μια πολύ πρώιμη φάση της προϊστορίας του είδους μας, επειδή προφανώς συνέβαλε στη βελτίωση της ψυχοσωματικής κατάστασης, στην αυξημένη προσαρμοστικότητα των πρώτων «Ανθρώπων αφηγητών» (Homo narrans), όσο και στη συνεκτικότητα των πρώιμων κοινωνικών ομάδων που αυτοί δημιουργούσαν. Υπό αυτή την έννοια, είμαστε κυριολεκτικά εξαρτημένοι από τις αφηγηματικές πρακτικές που δημιουργούμε αδιάλειπτα, όχι τόσο από συνειδητή επιλογή όσο από βιολογική αναγκαιότητα!
Αυτή η καινοφανής εξελικτική προσέγγιση της προέλευσης της αφηγηματικής μας ικανότητας ως «προσαρμογής» διατυπώθηκε πρώτη φορά ρητά στο βιβλίο «Το αφηγηματικό ζώο» (The storytelling animal), του Αμερικανού Τζόναθαν Γκότσχολ (Jonathan Gottschall), καθηγητή Συγκριτικής και Εξελικτικής Λογοτεχνίας στο Washington & Jefferson College του Πίτσπεργκ (Πενσιλβάνια). Σε αυτό το ενδιαφέρον βιβλίο ο διάσημος «λογοτεχνικός δαρβινιστής» τεκμηριώνει με πλήθος επιχειρημάτων την αντισυμβατική και μάλλον προκλητική άποψη ότι οι βασικές ανθρώπινες αφηγηματικές πρακτικές είναι καθολικές και εκδηλώνονται σε όλες τις προφορικές ή γραπτές αφηγηματικές παραδόσεις: από τις μυθολογικές, ποιητικές και λογοτεχνικές μέχρι τις ιστορικές και επιστημονικές παραδόσεις.
Σύμφωνα με τον Γκότσχολ, τόσο η αφήγηση όσο και η ακρόαση ιστοριών είναι μια πολύ πρώιμη βιολογική προσαρμογή που σχετίζεται με την εξέλιξη κάποιων βαθύτερων -εν μέρει ήδη εντοπισμένων- δομών και λειτουργιών του ανθρώπινου εγκεφάλου, οι οποίες εμπλέκονται άμεσα στην κοινωνική συμπεριφορά μας και οι οποίες επικράτησαν καθολικά επειδή ενίσχυαν -και εξακολουθούν να ενισχύουν- την κοινωνικότητα των ανθρώπων, ένα κατ’ εξοχήν κοινωνικό είδος.
Η αφηγηματική ικανότητα ως εξελικτικό «παραπροϊόν»
Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει από τις νευροαφηγηματικές έρευνες είναι: Ποια ακριβώς ζωτική προσαρμοστική ανάγκη εξυπηρετεί αυτή η μοναδική λεκτική-νοητική μας ικανότητα; Αν η πρώιμη αφηγηματική μας ικανότητα προέκυψε από κάποιες προφανώς τυχαίες μεταλλάξεις ορισμένων γονιδίων (που είναι εντελώς άγνωστα), γιατί επιλέχθηκε, ενισχύθηκε και τελικά επικράτησε από πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους;
Το γεγονός ότι κάποιες εξ ορισμού τυχαίες γενετικές μεταλλάξεις οδήγησαν στις μεγάλες εγκεφαλικές αλλαγές και αναδιατάξεις που επέτρεψαν την εμφάνιση της ιδιαίτερης αφηγηματικής μας ικανότητας, σημαίνει, άραγε, αυτομάτως ότι όλες αυτές οι μεγάλες εξελικτικές αλλαγές είχαν, από την αρχή, κάποια εμφανή προσαρμοστική αξία και επομένως επιλέχθηκαν ή σχεδιάστηκαν σκοπίμως (;) κατά την εξέλιξη του είδους μας; Σε αυτά τα αποφασιστικά ερωτήματα δεν υπάρχουν ακόμη οριστικές απαντήσεις και μάλιστα κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ, γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να ανασυγκροτήσουμε αυτά τα πρώιμα εξελικτικά βήματα.
Για παράδειγμα, ο κορυφαίος εξελικτικός παλαιοντολόγος και επιστημολόγος Stephen Jay Gould είχε διατυπώσει, ήδη από τα τέλη του εικοστού αιώνα, πολλές σοβαρές αντιρρήσεις στην εφαρμογή της έννοιας της «προσαρμογής» ως καθολικής ή και μοναδικής εξήγησης για την προέλευση όλων των βιολογικών χαρακτηριστικών ενός είδους. Και ακόμη λιγότερο για τη νομιμότητα της εφαρμογής της όταν πρόκειται για την περιγραφή της εξελικτικής προέλευσης και της ανάδυσης των πολύ ιδιαίτερων ανθρώπινων χαρακτηριστικών, όπως είναι οι νοητικές ικανότητες που εκδηλώνονται στην ανθρώπινη γνωστική και καλλιτεχνική περιπέτεια, μοναδική στο ζωικό βασίλειο.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Stephen Jay Gould αρνείται την αποκλειστικά εξελικτική και άρα ιστορική προέλευση αυτών των τυπικά ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο, αφού υποστηρίζει ότι στο σύνολό της κάθε πολιτισμική και κοινωνική συμπεριφορά μας είναι το «παραπροϊόν» μιας προγενέστερης και πολύ πιο θεμελιώδους βιολογικής προσαρμογής: της εξελικτικής ανάδυσης του υπερμεγέθους και λειτουργικά πολυπλοκότερου ανθρώπινου εγκεφάλου. Ολες οι νοητικές και καλλιτεχνικές μας ικανότητες προέκυψαν μετέπειτα ως λίγο-πολύ τυχαία παράγωγα ή ιστορικά «παραπροϊόντα» αυτής της εγκεφαλικής καινοτομίας.
«Είμαι ικανοποιημένος με την πεποίθησή μου ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μεγάλωσε σε μέγεθος μέσω της φυσικής επιλογής και για λόγους προσαρμοστικούς, ώστε να φέρει εις πέρας ένα σύνολο δραστηριοτήτων που οι πρόγονοί μας στις σαβάνες μπορούσαν να εκτελούν μόνο αν ο εγκέφαλός τους ήταν μεγαλύτερος», όπως έγραφε ο Gould, το 1987, στο σχετικό άρθρο του στο περιοδικό Natural History.
Μολονότι, λοιπόν, οι αφηγηματικές ανάγκες και οι ιδιαίτερες εγκεφαλικές δομές που τις ικανοποιούν προέκυψαν από μια περίπλοκη και μη γραμμική εξελικτική πορεία εκατομμυρίων ετών, η συνήθης προσφυγή σε κάποιες ασαφείς και ατεκμηρίωτες παλαιοντολογικά «προσαρμογές» για την εξήγησή τους, μόνο σύγχυση δημιουργεί για την προέλευση τόσο των αφηγηματικών όσο και των καλλιτεχνικών ικανοτήτων του ανθρώπινου είδους. Ομως, για τις νέες γνωστικές δυνατότητες, αλλά και τα εγγενή επιστημολογικά όρια της σύγχρονης «Δαρβινικής Αισθητικής» θα πούμε περισσότερα στο επόμενο άρθρο.
