Τα ταξίδια στο εξωτερικό για φεστιβάλ ή παραστάσεις είναι μία από τις μεγάλες πολυτέλειες που απολαμβάνει ένας πολιτιστικός συντάκτης και ταυτόχρονα –κατά κανόνα– η συντομία τους τα κάνει αγχωτικά και κουραστικά.
«Εχουμε 45 λεπτά για να δούμε την Μπολόνια», μας λέει έγκαιρα και εύστοχα η συνοδός μας, που θέλοντας και μη αναλαμβάνει τον ρόλο του επικεφαλής της σχολικής εκδρομής. Φυσικά, δεν δικαιούται κανείς να παραπονεθεί: κάνουμε μια υπέροχη δουλειά που μας δίνει την ευκαιρία να μην μπορούμε σχεδόν ποτέ να μιλήσουμε για μόχθο ή ρουτίνα, και αντικείμενό μας είναι η Τέχνη. Ακόμα κι όταν η πίεση χρόνου είναι ασφυκτική ή τα περιθώρια στενά, δεν είμαστε ακριβώς βιομηχανικοί εργάτες… Αφορμή του συγκεκριμένου ταξιδιού, η «Εξωστρέφεια» της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.
Στην περίπτωσή μας ο «Χαλεπάς» της Αργυρώς Χιώτη συμμετείχε στο Φεστιβάλ VIE, το περιφερειακό Φεστιβάλ της Εμίλια Ρομάνια, το οποίο διαμοιράζεται σε τέσσερις πόλεις της περιοχής: την Μπολόνια, τη Μόντενα, την Τσεζένα και τη Βινιόλα – σημαντικότατη διοργάνωση δηλαδή.
Ενδεικτικό της σπουδαιότητάς της, το γεγονός ότι δύο από τις άλλες παραστάσεις που είχαμε την ευκαιρία να δούμε μέσα στις δύο μόλις ημέρες της παραμονής μας εκεί, ήταν το «Imagine», η ολοκαίνουργια παραγωγή του μέγιστου Κρίστιαν Λούπα, αλλά και το «I AM (VR)» της Σουζάνε Κένεντι, που πρόκειται να φιλοξενηθεί στη Στέγη σε λίγο καιρό. Με εξαιρετικά καλή συντροφιά, λοιπόν, η δουλειά της Χιώτη, σε ένα φεστιβάλ με πολύ μεγάλα ονόματα και σημαντική ιστορία.

Το βράδυ που είδαμε τον «Χαλεπά», η αίθουσα ήταν γεμάτη, πράγμα ήδη εντυπωσιακό αν λάβει κανείς υπόψη του πως πρόκειται όχι μόνο για μια παράσταση από την Ελλάδα, μια χώρα που δεν έχει ακόμη πολλά ονόματα που να είναι οικεία στους Ευρωπαίους θεατές ώστε να συμπαρασύρουν και τους νεότερους –μοναδική εξαίρεση αυτό του Θεόδωρου Τερζόπουλου–, αλλά και για ένα θέαμα που ασχολείται με τη βιογραφία ενός Ελληνα γλύπτη, για τον οποίο ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως ο μέσος Ελληνας θεατρόφιλος κάτι γνωρίζει, σίγουρα δεν ισχύει το ίδιο με τον Ιταλό.
Ακόμα, για παράδειγμα, και η οικεία σε όλους μας φιγούρα της Κοιμωμένης, δεν έχει το ίδιο αντίκρισμα σε αυτούς που γέμισαν το θέατρο Arena del Sole. Πάντως, η καθηλωτική σκηνογραφία της Εφης Μπίρμπα –ακόμη κι αν δεν μπορούσε να έχει σε ένα συμβατικό θέατρο τις επιβλητικές διαστάσεις που είχε στη μεγάλη σκηνή της Στέγης– κέρδιζε τα βλέμματα ενός απαιτητικού κοινού από την πρώτη στιγμή.
Και στη συνέχεια, η παράσταση ανέλαβε να τα συγκρατήσει. Και κατά τα φαινόμενα το κατάφερε: κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του τα εβδομήντα πέντε λεπτά της διάρκειάς της και στο τέλος το χειροκρότημα υπήρξε θερμό. Ο «Χαλεπάς» θα συνεχίσει την ευρωπαϊκή πορεία του, πάντα στο πλαίσιο της «Εξωστρέφειας».

Οπως ήδη αναφέρθηκε, το «I AM (VR)» της Σουζάνε Κένεντι επίσης συμμετείχε στο Φεστιβάλ VIE, στη Μόντενα αυτή τη φορά. Ισως η πλέον ρηξικέλευθη θεατρική δημιουργός της Ευρώπης αυτή τη στιγμή –δύσκολα ξεχνά κανείς τις «Αυτόχειρες Παρθένους» της που έσκασαν σαν βόμβα πριν από λίγα χρόνια στο Φεστιβάλ Αθηνών– αυτή τη φορά παρουσιάζει κάτι ακόμα πιο βασισμένο στην τεχνολογία. Πρόκειται για μια εγκατάσταση virtual reality, που παρακολουθεί κανείς μόνος φορώντας την κατάλληλη κάσκα και ακουστικά. Θεωρώ φυσικό πως για κάποιον άμαθο στη συγκεκριμένη τεχνολογία –όπως εγώ– η εμπειρία είναι εξαιρετικά γοητευτική.
Η γνωστή αχαλίνωτη φαντασία της Κένεντι, σε ένα μέσο διαφορετικό από το θέατρο που γνωρίζουμε, οδηγεί σε ένα μοναχικό, φαντασμαγορικό ψυχεδελικό ταξίδι που πολύ δύσκολα περιγράφεται – πρέπει να το δει κανείς για να το πιστέψει. Κάνοντας επιλογές με το βλέμμα του –από γλώσσα μέχρι κατεύθυνση– ο επισκέπτης περιηγείται σε κόσμους γνωστούς ή άγνωστους, οικείους ή φανταστικούς, προς έναν απρόσμενο προορισμό.
Η μαγεία και το επίπεδο της τέχνης τού «I AM (VR)» είναι αδιαμφισβήτητα. Το ερώτημα που ανακύπτει –και που προφανώς θα το αντιμετωπίζουμε όλο και συχνότερα στα χρόνια που έρχονται– είναι: σε ποια τέχνη μπορεί κανείς να το εντάξει; Μάλλον όχι στο θέατρο, που ήταν εν πολλοίς ώς τώρα η τέχνη της Κένεντι. Το θέατρο, όπως τουλάχιστον το ξέραμε, προϋποθέτει τη θέαση ενός τουλάχιστον ζωντανού σώματος, καθώς και δράση που πραγματοποιείται ταυτόχρονα μπροστά στο βλέμμα του θεατή. Από την άλλη, αυτοί είναι οι ορισμοί που γνωρίζαμε και που ίσχυαν σίγουρα πριν από μερικά χρόνια. Μετά την περίοδο της πανδημίας, όπου όλοι μπήκαμε στη διαδικασία τού live streaming –και συχνότατα ούτε καν live– ποιος μπορεί να πει τι θα ισχύει στο εξής;

Πόσο «ζωντανό» θα είναι το ζωντανό θέαμα – κι ας επανέκαμψε το θέατρο όπως το γνωρίζαμε σχεδόν ολοκληρωτικά; Θα είναι στο εξής ο αποκλειστικός τρόπος θέασης αυτός με τον οποίο μεγαλώσαμε; Και για να μη φύγουμε από το προκείμενο: όταν ένα έργο τέχνης είναι τόσο υψηλής ποιότητας όσο αυτό της Σουζάνε Κένεντι, ποιος είναι αυτός που θα αμφισβητήσει τη μεγάλη αξία του λόγω διαμεσολάβησης τεχνολογίας; Αλλωστε, στα εικαστικά, τέτοιου είδους ερωτήματα έχουν πάψει εδώ και χρόνια ακόμα και να τίθενται – κι ένα λαμπρό παράδειγμα περί αυτού ακολουθεί σε λίγο. Δεν έχω απαντήσεις σε όλα αυτά, μόνο προβληματισμούς. Και ούτως ή άλλως, υπομονή μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου, όταν το «I AM (VR)» της Κένεντι και του Μάρκους Σελγκ θα έρθει στη Στέγη κι ο καθένας θα μπορεί να αποκτήσει τη δική του άποψη.
Επίσης στη Μόντενα, στο Teatro Storchi –όπου αυτές τις μέρες ο Θεόδωρος Τερζόπουλος ξεκίνησε πρόβες για το «Περιμένοντας τον Γκοντό»– παρουσίασε ο Κρίστιαν Λούπα το «Imagine» του. Με διάρκεια που υπερβαίνει αρκετά τις πέντε ώρες –οι πληροφορίες μας λένε πως αρχικά άγγιζε τις οκτώ–, ο πάντα ενεργός και απρόσμενος Πολωνός σκηνοθέτης δημιουργεί ένα θέαμα άνισο μεν, αλλά συναρπαστικό. Ξεκινώντας από το εύλογο ερώτημα τι απέμεινε από τα ιδανικά της γενιάς που στα τέλη της δεκαετίας του 1960 οραματίστηκε να αλλάξει τον κόσμο, ο Λούπα αγγίζει μια σειρά θεμάτων που θα χρειαζόταν κανείς σελίδες μόνο και μόνο για να τα σχολιάσει ακροθιγώς.
Ισως αυτό είναι και το μόνο που μπορούμε να καταλογίσουμε σε έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες του παγκόσμιου θεάτρου: την επιθυμία του να μιλήσει για όλα. Σαν να φοβήθηκε ξαφνικά, λόγω ηλικίας, πως ο χρόνος ίσως να μην του επαρκεί για να πει όλα όσα θα ήθελε. Ομως, καθώς εξ όσων κατάλαβα η επεξεργασία της παράστασης συνεχίζεται ενόσω αυτή παίζεται, ίσως χρειάζεται λίγος χρόνος ακόμη για να βγάλουμε συμπεράσματα. Οχι πως δεν άξιζε να αφιερώσει κανείς αυτές τις ώρες: ο Λούπα είναι πάντα Λούπα.
Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού ήταν η Βενετία, με στόχο το ελληνικό περίπτερο της Μπιενάλε, όπου η Λουκία Αλαβάνου παρουσίασε με ιδιαίτερη επιτυχία το έργο της «Αναζητώντας τον Κολωνό» («Oedipus in search of Colonus»). Ακόμα ένα έργο σε virtual reality και μάλιστα 360 μοιρών. Η δημιουργός του γύρισε το φιλμ, διαρκείας 17 λεπτών, στη Νέα Ζωή, στον καταυλισμό Ρομά που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1980 από ομάδες που κατέφυγαν εκεί από τη Θήβα, ακολουθώντας τη διαδρομή που εικάζεται πως ακολούθησε και ο Οιδίποδας από τη Θήβα στην Αθήνα.
Σε μικρές ομάδες –αλλά κι ο καθένας μόνος του, καθώς η κάσκα μέσω της οποίας παρακολουθήσαμε το φιλμ μάς απομόνωνε από τους γύρω μας–, μέσα σε χώρους που σχεδιάστηκαν πάνω στα οράματα του καινοτόμου, ουτοπικού αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου, μπήκαμε στον κόσμο που δημιούργησε για μας η Αλαβάνου. Αληθινό κόσμο: έχοντας τη δυνατότητα να κινηθούμε ακόμα και σε πλήρη περιστροφή, ανακαλύπταμε εικόνες απρόσμενες ακόμα και πίσω από την πλάτη μας. Η έννοια του ξένου, κεντρική στο έργο, αφορά τόσο τον ήρωα όσο και τον θεατή, παρείσακτο σε έναν κόσμο που αγνοεί και στον οποίο δεν ανήκει. Το έργο θα παρουσιαστεί την άνοιξη στη Στέγη, που το έχει ήδη εξασφαλίσει για τη συλλογή της.
Εχοντας την ευκαιρία να περιπλανηθούμε για λίγο στην Μπιενάλε, μια αναπόφευκτη θλιβερή σκέψη τρυπώνει στο μυαλό: η Βενετία, ένα από τα τουριστικότερα σημεία του πλανήτη, δεν αρκέστηκε σε γόνδολες και κανάλια, γεφύρια και πλατείες, αλλά δημιούργησε έναν επιπλέον πόλο έλξης, που είχε να κάνει με την αιχμή της πρωτοπορίας στη σύγχρονη Τέχνη.
Εναν πόλο που φέρνει στη μισοβυθισμένη πόλη ένα κοινό αρκετά διαφορετικό από αυτό που θα την επισκεφτεί για το Καρναβάλι – ακόμα και για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και θλιβερές.
Οταν σκέφτεται κανείς πόσα θα μπορούσαν να γίνουν στη δική μας πόλη που να έχουν να κάνουν με το σήμερα και να αποτελούν, εκτός από πηγές πλούτου, και πηγές έμπνευσης και καλλιέργειας και για τους ίδιους τους κατοίκους της, αναρωτιέται ποια κατάρα μάς καταδίκασε να πουλάμε ες αεί τη βαριά αρχαία κληρονομιά μας, διανθισμένη με greek kefi και moussaka.
