Με τον πήχη των προσδοκιών χαμηλά, παρά το επείγον του θέματος και τις διεθνώς διογκούμενες συναφείς προκλήσεις, άρχισε χθες στο θέρετρο Σαρμ Ελ Σέιχ της Αιγύπτου η 27η Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα (COP27). Πριν καν πάντως ανοίξει η αυλαία, ελάχιστοι αισιοδοξούσαν για πραγματική πρόοδο έως τις 18 του μήνα -ημερομηνία ολοκλήρωσης της διεθνούς συνόδου- ως προς την επίτευξη ουσιαστικής διεθνούς συνεργασίας στην άμεση αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Ενός θέματος που καίει όλο τον πλανήτη, αλλά επιβαρύνει πλέον ανισομερώς φτωχές και υπανάπτυκτες χώρες. Αν και φέρουν μηδενικό ή απειροελάχιστο μερίδιο συνευθύνης στην υπερθέρμανση του πλανήτη, δοκιμάζονται ήδη από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και από ακραία καιρικά φαινόμενα, μετατρέποντας όλο και περισσότερους κατοίκους τους σε κλιματικούς πρόσφυγες (το νομικό καθεστώς των οποίων παραμένει θολό, πολύ… βολικά για τους μεγάλους ρυπαντές).
Κατόπιν πολυετών ασφυκτικών πιέσεων προς την καθιέρωση μιας οιονεί κλιματικής δικαιοσύνης, τα φτωχά κράτη πέτυχαν χθες συμφωνία να συμπεριληφθεί για πρώτη φορά στην ατζέντα της διάσκεψης το ερώτημα καταβολής αποζημιώσεων από τις πλούσιες χώρες για απώλειες και ζημίες λόγω της κλιματικής αλλαγής. Οπως διευκρινίστηκε ωστόσο, στις συζητήσεις δεν θα τεθούν θέματα υπαιτιότητας ή υποχρεωτικότητας. Η δε καταληκτική απόφαση αναμένεται «το αργότερο μέχρι το 2024», ανέφερε ο προεδρεύων της COP27, Σάμεχ Σούκρι.
Στο φόντο της διάσκεψης βρίσκονται εξάλλου έτερα καυτά ζητήματα, που δείχνουν σχεδόν να μονοπωλούν τη σκέψη των συμμετεχόντων παγκόσμιων ηγετών, πρωτίστως δε της Δύσης: το νεο-ψυχροπολεμικό τοπίο που διαμορφώνεται με άξονα τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι υβριδικές επιπτώσεις του στον ενεργειακό τομέα -οδηγώντας μάλιστα πολλούς από τους μεγαλύτερους ρυπαντές σε αυξημένη χρήση των ορυκτών καυσίμων-, οι πληθωριστικές πιέσεις στους εθνικούς προϋπολογισμούς, ο εφιάλτης της ύφεσης και ο φόβος για κοινωνικές εκρήξεις.
