Σε θρίλερ εξελίσσονταν μέχρι χθες το βράδυ οι πιο κρίσιμες προεδρικές εκλογές των τελευταίων δεκαετιών στη Βραζιλία, όπως έδειχναν τουλάχιστον τα πρώτα αποτελέσματα. Η αγωνία είχε κορυφωθεί καθώς η καταμέτρηση συνεχιζόταν με ταχύτατους ρυθμούς, λόγω του συστήματος ηλεκτρονικής ψηφοφορίας.
Με καταμετρημένο μόλις το 1,14% των ψήφων, ο Ζαΐρ Μπολσονάρο ερχόταν πρώτος με 48,37% έναντι 41,41% του Λούλα ντα Σίλβα. Οι άλλοι εννιά προεδρικοί υποψήφιοι ακολουθούσαν σε μεγάλη απόσταση. Ωστόσο, μέχρι την ώρα που γραφόταν το κείμενο αυτό, η ενσωμάτωση των ψήφων ήταν πολύ μικρή, ενώ παρέμενε αδιευκρίνιστο αν τα πρώτα αποτελέσματα προέρχονταν από προπύργια του ακροδεξιού νυν προέδρου και μπορούσαν να ανατραπούν στη συνέχεια.
Εως και την παραμονή των εκλογών πάντως, οι δημοσκοπήσεις έφερναν τον αριστερό πρώην πρόεδρο να κερδίζει οριακά με σχεδόν 51% από τον α’ γύρο και να αποφεύγει τη μονομαχία ενός β’ γύρου με τον βασικό του αντίπαλο στις 30 Οκτωβρίου.
Την προεκλογική εκστρατεία δεν σημάδεψε μόνο η ακραία πόλωση αλλά και οι φονικές επιθέσεις οπαδών του Μπολσονάρο σε υποστηρικτές του Λούλα όσο και οι διάχυτοι φόβοι για την επόμενη μέρα σε περίπτωση που ο ακροδεξιός πρόεδρος πραγματοποιήσει την απειλή του και δεν αποδεχτεί το εκλογικό αποτέλεσμα σε περίπτωση ήττας του, ακολουθώντας το αντιδημοκρατικό παράδειγμα του αγαπημένου του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Μπολσονάρο έχει συστηματικά καταγγείλει -χωρίς να παραθέτει αποδεικτικά στοιχεία- την πιθανότητα νοθείας μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος ψηφοφορίας. Ο νοσταλγός της χούντας έφτασε σε σημείο να κατηγορήσει τις εκλογικές αρχές για συνωμοσία εναντίον του και να προτείνει εμμέσως πλην σαφώς παράλληλη καταμέτρηση των ψήφων από τις ένοπλες δυνάμεις, χωρίς να βρει όμως ανταπόκριση αν και ως πρώην στρατιωτικός διατηρεί στενές σχέσεις με τον στρατό, κάνοντας ορισμένους να μιλήσουν μέχρι και για κίνδυνο πραξικοπήματος.
Οι ανυπόστατες πλην τοξικές αιτιάσεις έχουν πυροδοτήσει ανησυχία για ξέσπασμα θεσμικής κρίσης ή ακόμα και μετεκλογικής βίας από οπλισμένους οπαδούς ενός ηττημένου Μπολσονάρο, αντίστοιχης με το χάος και την αιματηρή εισβολή στο Καπιτώλιο που είχαν προκαλέσει ένοπλοι οπαδοί του Τραμπ, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την καθαρή εκλογική νίκη του Τζο Μπάιντεν υπό την προτροπή του Ρεπουμπλικανού μεγιστάνα.
«Δεν θέλουμε άλλο μίσος, άλλη διχόνοια. Θέλουμε μια χώρα σε ειρήνη», τόνισε χθες ο 76χρονος Λούλα, που ψήφισε στο Σάο Μπερνάρντο ντο Κάμπο της Πολιτείας του Σάο Πάολο, εκφράζοντας αισιοδοξία για τη νίκη του. «Θέλω να προσπαθήσω να βοηθήσω τν χώρα μου να επιστρέψει στην κανονικότητα», επισήμανε, αναφερόμενος στα τέσσερα χρόνια καταστροφικής διακυβέρνησης του αντιπάλου του, μέσα στα οποία περισσότεροι από 30 εκατομμύρια άνθρωποι υπολογίζεται ότι βυθίστηκαν στη φτώχεια και την πείνα, ενώ σχεδόν 700.000 πέθαναν από Covid. Αποφεύγοντας να ξεκαθαρίσει αν θα αποδεχτεί το εκλογικό αποτέλεσμα, ο 67χρονος Μπολσονάρο ψήφισε στο Ρίο ντε Τζανέιρο. «Οι καθαρές εκλογές πρέπει να γίνονται σεβαστές» αρκέστηκε να πει σιβυλλικά στους δημοσιογράφους, δηλώνοντας πεπεισμένος ότι θα επικρατούσε παρότι τα γκάλοπ έδειχναν σταθερά επί μήνες το αντίθετο.
Διόλου τυχαία -όσο η εκλογική διαδικασία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη- ο πρόεδρος του Ανώτατου Εκλογοδικείου, Αλεσάντρε ντε Μοράις, επαινούσε με νόημα τη «διαφάνεια, ασφάλεια και δυνατότητα ελέγχου των ηλεκτρονικών μηχανημάτων ψηφοφορίας», υπογραμμίζοντας ότι όλα προχωρούσαν «χωρίς κανένα πρόβλημα, με ηρεμία πνεύματος».
Το τεράστιο εκλογικό σώμα -άνω των 156 εκατομμυρίων ψηφοφόρων- κλήθηκε χθες να ανανεώσει επίσης όλα τα μέλη της ομοσπονδιακής Βουλής (513 συνολικά), το ένα τρίτο των 81 μελών της Γερουσίας, καθώς και τους κυβερνήτες και τα μέλη τοπικών Κοινοβουλίων και στις 27 Πολιτείες της Βραζιλίας. Ο συντηρητικός συνασπισμός κομμάτων υπό τον Μπολσονάρο αναμενόταν μάλιστα να διατηρήσει την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, δυσκολεύοντας σημαντικά το έργο του Λούλα – αν βέβαια επανεκλεγεί πρόεδρος της Βραζιλίας, όπως ελπίζουμε ολόψυχα.
