ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κωστής Γριμάνης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τις τιμές του φυσικού αερίου να αυξάνονται με τρελούς ρυθμούς και να μην πέφτουν και τις τιμές του ηλεκτρισμού στην Ελλάδα να είναι από τις υψηλότερες της ευρωζώνης, πρέπει να σκεφτούμε διαφορετικά, άμεσα και πρακτικά. Αντ’ αυτού, η ελληνική κυβέρνηση δείχνει να αδιαφορεί μπροστά στις άμεσες παρεμβάσεις εξοικονόμησης που χρειάζεται η χώρα, τόσο στη βιομηχανία όσο και στα νοικοκυριά.

Δυστυχώς, επιμένει σε μια λογική εξάρτησης από το ορυκτό αέριο, ένα ακριβό και ρυπογόνο ορυκτό καύσιμο, για δεκαετίες, χωρίς να έχει αξιολογήσει την οικονομική βιωσιμότητα των προωθούμενων επενδύσεων σε υποδομές αερίου. Επίσης, δεν έχει χαράξει έναν οδικό χάρτη για τη σταδιακή αντικατάσταση του αερίου από καθαρή ενέργεια, αποθήκευση και εξοικονόμηση.

Αρκετοί οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι εξαιτίας των περιορισμών που υπάρχουν στην εξασφάλιση ορυκτού αερίου από εναλλακτικούς προμηθευτές, η Ευρώπη θα δυσκολευτεί να καλύψει τις ανάγκες της σε αποθέματα αερίου, γεγονός που θα διατηρήσει τις τιμές του σε υψηλά επίπεδα για τα επόμενα χρόνια. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα γιατί η Ελλάδα προωθεί επιθετικά τις επενδύσεις αερίου για θέρμανση και ηλεκτροπαραγωγή, όταν τα προγνωστικά είναι τόσο δυσοίωνα; Γιατί παγιδεύει τους καταναλωτές -και ιδιαίτερα τους πιο ευάλωτους- σε υψηλούς λογαριασμούς ενέργειας τα επόμενα χρόνια, συνεχίζοντας επιδοματικές πολιτικές που δεν λύνουν διαρθρωτικά το πρόβλημα;

Ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ ναι μεν ανακοίνωσε την εξασφάλιση χώρου στο δίκτυο για μικρά έργα, συγκεκριμένα για αυτοπαραγωγούς και ενεργειακές κοινότητες ή μικρές επενδύσεις, και τη χρηματοδότηση 250.000 φωτοβολταϊκών για πολίτες, επιχειρήσεις και αγροτικές χρήσεις, ώστε να έχουν δωρεάν ρεύμα.

Στον αντίποδα δυστυχώς, οι υπόλοιπες ανακοινώσεις μάς γυρίζουν πίσω. Ανακοινώθηκαν ποσά πολλών εκατομμυρίων ευρώ για καυστήρες οι οποίοι μέσα στην επόμενη δεκαετία θα καταργηθούν ή θα αποσυρθούν ή είναι ασύμφοροι ακόμα και κατόπιν επιδότησης! Επίσης, μαζί με την παράλογη επιδότηση του πετρελαίου θέρμανσης (σε αντικατάσταση και ως εναλλακτική λύση στο αέριο) στις ελληνικές κατοικίες, δρομολογούνται πάνω από 10 δισ. ευρώ σε υποδομές ορυκτού αερίου στην Ελλάδα. Αλήθεια, πόσο μπορούμε να συνεχίζουμε να επιδοτούμε τέτοιου είδους παρωχημένες υποδομές ορυκτών καυσίμων στην πλάτη των πολιτών της χώρας;

Ποια θα ήταν τα οφέλη αν τα χρήματα που δόθηκαν ως άμεσες ή έμμεσες ενισχύσεις στο ορυκτό αέριο την τελευταία δεκαετία κατευθύνονταν σε δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας και βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης; Σε πρόσφατη μελέτη για λογαριασμό του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, βρέθηκε ότι αν αθροίσει κανείς όλες τις ενισχύσεις, θα διαπιστώσει πως οι άμεσες και έμμεσες επιδοτήσεις για το ορυκτό αέριο την περίοδο 2011-2022 υπερβαίνουν τα 9 δισ. ευρώ.

Αυτά τα 9 δισ. αντιστοιχούν σε 15 δισ. ευρώ επενδύσεων σε εξοικονόμηση ενέργειας, που θα επαρκούσαν για να πραγματοποιηθούν παρεμβάσεις σε 750.000 κατοικίες, εξοικονομώντας 102,8 TWh (8.850 ktoe) πρωτογενούς ενέργειας στη δεκαετία. Παράλληλα, θα είχαν δημιουργηθεί 262.500 εργατοέτη απασχόλησης. Αυτό σημαίνει 26.250 θέσεις πλήρους απασχόλησης για μία δεκαετία. Σε ό,τι αφορά τη μείωση των εκπομπών CO2 αυτές θα ανέρχονταν σε 25,5 εκατ. τόνους στη δεκαετία.

Επίσης, σε άλλη οικονομική ανάλυση της Greenpeace και του Ινστιτούτου για την Ευρωπαϊκή και Κλιματική Πολιτική αναδεικνύουν το πόσο πιο οικονομικά ωφέλιμο θα ήταν για την ελληνική οικονομία αν το 1,5 δισ. ευρώ που σχεδιάζεται να δαπανηθεί σε νέα έργα ορυκτού αερίου κατευθυνόταν σε παρεμβάσεις εξοικονόμησης και εγκατάστασης ΑΠΕ στα ελληνικά κτίρια: το συνολικό πραγματικό όφελος για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και την εθνική οικονομία θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο.

Το συμπέρασμα είναι ότι σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για τους πολίτες της χώρας αλλά και την οικονομία, εν μέσω κλιματικής και ενεργειακής κρίσης και του πολέμου στην Ουκρανία, είναι σημαντικό η πολιτεία να πάρει τις απαραίτητες αποφάσεις ώστε η ενεργειακή μετάβαση να προχωρήσει με γρήγορο και δίκαιο τρόπο. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να αλλάξουν πολιτικές και μέτρα που μέχρι στιγμής δεν μας εξασφαλίζουν την ενεργειακή μας αυτονομία και ασφάλεια, αλλά ούτε μας προστατεύουν από τις δυσβάστακτες επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.

*Υπεύθυνος εκστρατείας για το κλίμα και την ενέργεια, ελληνικό γραφείο Greenpeace