Από τον μύθο στην τραγωδία, από την τραγωδία στη δημοκρατία, από τη δημοκρατία στο θέατρο ως πολιτική πράξη και όλα αυτά κάτω από το ευρύτερο πλαίσιο της χρήσης (διεύρυνσης και εξέλιξης) της γλώσσας, όλα αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής Ιστορίας, καταδεικνύοντας δύο ουσιαστικές αλήθειες. Καταρχάς, το πόσο πραγματικά αδιάρρηκτη ήταν η σχέση της δημοκρατίας με τη γέννηση και ανάδειξη της τραγωδίας: για πρώτη φορά στην Ιστορία, η γνώση έπαψε να είναι κτήμα ενός συγκεκριμένου ιερατείου και μέσω της γλώσσας και της χρήσης της, ως ποιητικός λόγος, έγινε προσιτή σε όλους. Ταυτόχρονα, η θεατρική πράξη έγινε το κατεξοχήν μέσο διάχυσης της γνώσης (αυτό φανερώνει τον παιδευτικό, εκπαιδευτικό ρόλο του θεάτρου) αλλά και της κριτικής! Κριτικής προς κάθε έναν και κάθε τι (πρόσωπα και γεγονότα), αναλόγως με τον τρόπο που επέλεγε ο κάθε ποιητής (τόσο στις τραγωδίες όσο και τις κωμωδίες).
Από τότε έχουν περάσει 2.500 χρόνια, ωστόσο τίποτε από τα παραπάνω δεν έχει πάψει να ισχύει. Μπορεί η αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας να υπήρξε ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν τη θεατρική και την πολιτιστική δημιουργία του νεότερου ελληνισμού, ωστόσο αυτό συνέβη σε προγενέστερες ιστορικές εποχές. Σήμερα, σε μια εποχή κρίσεων (ίσως και ρήξεων) το ελληνικό θέατρο εξακολουθεί μεν να διατηρεί στοιχεία της ιστορικής του πορείας, ωστόσο νέα ζητούμενα και προβληματικές αναδύονται και μάλιστα με πολύ διαφορετικές μορφές, τόσο ως προς την ίδια τη σκηνική πράξη όσο και ως προς τη συγγραφική διαδικασία – κάτι που μπορούμε να δούμε ιδίοις όμμασι ειδικά φέτος, καθώς παρατηρείται μια έξαρση του σύγχρονου ελληνικού θεατρικού έργου. Και δεν μιλάμε μόνο για διασκευές (που και αυτές έχουν τη σημασία τους, ειδικά όταν προσαρμόζονται στην ελληνική πραγματικότητα), αλλά για πρωτότυπη θεατρική συγγραφική δημιουργία, που έχει πάρει τη θέση που της αξίζει πάνω στη σκηνή. Αλήθεια, έχει νόημα να μιλάμε για «σύγχρονο ελληνικό θέατρο» όταν αυτό δεν σωματοποιείται επί σκηνής; Γιατί είναι σημαντικό να παράγεται νέος θεατρικός λόγος; Τι «κερδίζει» ο θεατής από αυτό, τι ο ίδιος ο συγγραφέας, τι το θέατρο; Είναι τυχαίο πως σε όλες τις περιόδους κρίσης ό,τι ανέδειξε τις πραγματικές διαστάσεις της σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής ήταν η θεατρική γραφή και ότι ταυτόχρονα το θέατρο τις περιόδους αυτές «αγκάλιασε» το ελληνικό έργο;
Μην ξεχνάμε πως ο Κάρολος Κουν ήταν από τους πρώτους που πραγματικά στήριξε και στηρίχθηκε σε σύγχρονους Ελληνες θεατρικούς συγγραφείς, σαν ξεκίνησε το «Θέατρο Τέχνης» σχεδόν μέσα στην Κατοχή, αμφισβητώντας την παντοδυναμία τού τότε αισθητικά συντηρητικού Εθνικού Θεάτρου και προτείνοντας ένα εναλλακτικό θεατρικό μοντέλο, βασισμένο σε σύγχρονα (της τότε εποχής) κείμενα. Μέσα στη δικτατορία, το ελληνικό θέατρο δεν σκοτείνιασε τελείως (για παράδειγμα, το 1967 ο Μάνος Κατράκης ανεβάζει το θρυλικό «Καληνύχτα Μαργαρίτα» του Γεράσιμου Σταύρου), ωστόσο η χούντα διέλυσε το ΣΕΗ (ο Βασίλης Μεσολογγίτης, ο μακροβιότερος πρόεδρος του ΣΕΗ, και ο Στέφανος Ληναίος, γενικός γραμματέας, παύονται) και έργα λογοκρίνονται. Μετά το 1970 και κυρίως μετά το 1973 ξεκινούν πάλι απόπειρες θεατρικής κινητοποίησης και εναντίον της χούντας (έστω και καλυμμένες), όπως το ανέβασμα της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» σε κείμενο Ιάκωβου Καμπανέλλη και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου από τον θίασο Καρέζη-Καζάκου. Από το 1980 έως και το 2005, η εποχή άλλαξε: επιδοτήσεις, ΕΟΚ, Ε.Ε., χρηματιστήριο, μπουζούκια, δάνεια, κατάρρευση χρηματιστηρίου, Ολυμπιακοί Αγώνες, κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου, «λεφτά υπάρχουν». Και όλα αυτά για να φτάσουμε σε ένα «μαζί τα φάγαμε» και την αρχή της κρίσης το 2008, τα μνημόνια του 2010 και μια δωδεκάχρονη περίοδο (έως και σήμερα) συνεχών κρίσεων κάθε μορφής. Στο θέατρο εμφανίζονται νέα έργα και νέοι συγγραφείς που καταπιάνονται με τις νέες προβληματικές: κατάθλιψη, αδιέξοδα σύγχρονης εποχής, κριτική στον ωχαδερφισμό του Ελληνα και της εθελοτυφλίας.
Εχουμε πρόσωπα όπως ο Σίμος Κακάλας (με το «Greek Freak» παρουσίασε ένα αυτοσαρκαστικό, αυτοαναφορικό βαριετέ «πριν καταρρεύσει το οικοδόμημα του θεάτρου πάνω στα σαστισμένα κεφάλια μας»). Οι Γιάννης Οικονομίδης και Λένα Κιτσοπούλου, αλλά και οι Αρτεμις Μουστακλίδου, Κώστας Βοσταντζόγλου γράφουν για την παθογένεια της ελληνικής μικροαστικής κοινωνίας. Αναδεικνύεται το θέατρο-ντοκουμέντο, όπου οι Ανέστης Αζάς και Πρόδρομος Τσινικόρης αναρωτιούνται (στην παράσταση «Telemachus: should I stay or should I gο», 2013) αν αφού είναι άνεργοι στην Ελλάδα πρέπει να μεταναστεύουν στο εξωτερικό ή αυτό συνιστά «εθνική προδοσία»… Ολα αυτά είναι ενδεικτικά μιας πορείας που φτάνει ώς το σήμερα, όπου δεκάδες σύγχρονα ελληνικά έργα έχουν ήδη ξεκινήσει την «επικοινωνία» τους με το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό. Μια επικοινωνία που τι αλλαγές μπορεί στ’ αλήθεια να φέρει; Τι αλήθειες να «ξεβράσει»; Συνομιλήσαμε με ανθρώπους του θεάτρου για όλα τα παραπάνω, με αφορμή τη φετινή έντονη στροφή στο νεοελληνικό έργο.
Γιάννης Μόσχος, καλλιτεχνικός διευθυντής Εθνικού Θεάτρου (www.n-t.gr)
«Είναι πολύ σημαντικό να μιλήσει το θέατρο και για το σήμερα»
«Είναι πολύ ελπιδοφόρο ότι εμφανίζονται τόσα πολλά ελληνικά έργα. Αυτή η έκρηξη μόνο καλό μπορεί να κάνει. Δεν σημαίνει ότι όλα αυτά τα έργα θα είναι ολοκληρωμένα, χωρίς ατέλειες, ωστόσο είναι παρά πολύ σημαντικό για έναν συγγραφέα να ανεβαίνει το έργο του, γιατί έτσι δοκιμάζεται επί σκηνής. Βέβαια, οι πολύ σημαντικές θεατρικές φωνές βγαίνουν σπάνια ανά τον κόσμο, ο χρόνος φανερώνει ποιοι συγγραφείς είναι σημαντικοί. Ωστόσο, πέρα από τους κλασικούς νεοέλληνες συγγραφείς, είναι πολύ σημαντικό να μιλήσει το θέατρο και για το σήμερα, οι συγγραφείς να γράψουν για το σήμερα!
»Το Εθνικό Θέατρο προφανώς προσπαθεί να υποστηρίξει με κάθε τρόπο την ελληνική γραφή, όπως φαίνεται και από το ρεπερτόριό μας στη Νέα και την Πειραματική Σκηνή. Η τελευταία είναι μάλιστα αφιερωμένη στη νεοελληνική γραφή – ήταν μια ιδέα του Γ. Κουτλή, με την πολύ θετική δική μου εισήγηση… Πρέπει να είμαστε ανοικτοί σε όλους τους νεοέλληνες συγγραφείς. Και είναι σημαντικό να αποκτήσουμε αμιγώς θεατρικούς συγγραφείς που θα μάθουν να γράφουν. Είναι μια διαδικασία αυτό. Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο θεατρικός συγγραφέας θα έκανε μόνο αυτό: θα έγραφε! Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει καμία υποστήριξη για να συμβεί αυτό. Κάπως πρέπει να ζήσουν οι άνθρωποι, οπότε κάνουν και άλλες δουλειές. Αυτό είναι κρίμα, γιατί ένα καλό θεατρικό έργο, στη γλώσσα μας μάλιστα, αποκαλύπτει νέες όψεις της πραγματικότητας, όψεις που δεν έχουμε σκεφτεί! Πρέπει (και επί θητείας μου θα γίνει) να στραφούμε στην ανάπτυξη νέων φωνών με διάφορους τρόπους (φέτος θα κάνουμε κάποια αναλόγια νέων συγγραφέων στην Πειραματική και ένα Εργαστήριο). Παράλληλα, πρέπει να επανανακαλύψουμε και συγγραφείς που είναι πολύ ωραίοι και έχουν ξεχαστεί λίγο, όπως ο Νικόλας Λάσκαρης, που έχει πολύ σημαντικό έργο και έχει βγει κάπως από τη «μόδα». Δηλαδή δεν είναι μόνο οι σύγχρονοι, πρέπει να επανανακαλύψουμε και τους παλιούς συγγραφείς και να δούμε πώς τους διαβάζουμε σήμερα. Και εκεί είναι πολύ σημαντικό να δούμε πώς μια σκηνοθεσία θα αναδείξει ένα έργο στο σήμερα, ένα έργο που φαινομενικά μπορεί να έχει τις ρυτίδες του χρόνου. Τέλος, μην ξεχνάμε πως είναι σχεδόν αναπόφευκτο ένας συγγραφέας στο ξεκίνημά του να είναι επηρεασμένος από άλλους σημαντικούς συγγραφείς. Θέλει χρόνο να αφομοιώσουν οι καινούργιοι τις επιρροές τους και να βρουν τη δική τους φωνή. Οπότε ας μην είμαστε τόσο έτοιμοι με το τουφέκι να τους πυροβολήσουμε. Πρέπει να είμαστε ανοικτοί, γι’ αυτό και στην Πειραματική Σκηνή φέτος ανεβάζουμε το πρώτο έργο ενός εντελώς άγνωστου συγγραφέα, που δεν τον ξέρει κανένας (“Οι προβοκάτορες” του Γιάννη Αποσκίτη)».
Aστέριος Πελτέκης, καλλιτεχνικός διευθυντής ΚΘΒΕ (www.ntng.gr)
«Ποιος μπορεί να σε καταλάβει καλύτερα από έναν άνθρωπο της δικής σου κοινωνίας;»
«Η στήριξη του σύγχρονου ελληνικού θεατρικού έργου είναι μία από τις αποστολές, καταλυτικής σημασίας, των κρατικών πολιτιστικών φορέων. Ο τελευταίος που το έκανε αυτό ήταν ο Κάρολος Κουν, ο οποίος έβρισκε συγγραφείς που θεωρούσε ταλαντούχους, τους βοηθούσε να γράψουν τα έργα τους, να δουν τα λάθη τους. Ηταν δηλαδή μια συνολική διαδικασία όπου η συγγραφή δεν ήταν αποκομμένη από τη σκηνή και τον σκηνοθέτη. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που Ελληνες συγγραφείς βρίσκονταν μέσα σε μια θεατρική κοιτίδα και δούλευαν εκεί. Ετσι βγήκε μια γενιά σπουδαίων συγγραφέων! Είναι εξαιρετικά σημαντική η γραφή στη γλώσσα σου, γιατί έτσι ξαναγυρίζεις στις βάσεις σου, στις δικές σου καταβολές, μιλάς για τη δική σου χώρα. Πέρα από τα παγκόσμια αριστουργήματα, ποιος μπορεί να σε καταλάβει καλύτερα από έναν άνθρωπο της δικής σου κοινωνίας; Ταυτόχρονα είναι χρέος (εντός και εκτός εισαγωγικών) ενός πολιτιστικού φορέα, και μάλιστα κρατικού, να στηρίζει τον Ελληνα θεατρικό συγγραφέα. Το ΚΘΒΕ το κάνει αυτό είτε μέσα από μια νέα, ρηξικέλευθη ματιά ενός ελληνικού έργου που υπάρχει ήδη είτε νέων έργων, ώστε να στηρίξουμε υπάρχοντες νεοέλληνες συγγραφείς, είτε να δημιουργήσουμε (όπως το έκανε ο Κουν εννοώ) και καινούργιους. Φέτος, στο ΚΘΒΕ προσπαθούμε να κάνουμε έναν συνδυασμό: από τη μια νεοελληνικά, κλασικά πλέον έργα, που θα ανέβουν με μια νέα σκηνοθετική ματιά που «ανανεώνει» τη σχέση μας μαζί τους (όπως “Ο μπαμπάς ο πόλεμος” του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη, ή η “Αγγέλα” του Γ. Σεβαστίκογλου υπό την ιδιαίτερη ματιά του Δημήτρη Μπίτου κ.ά.) και από την άλλη έχουμε νέα έργα που κάποια παρουσιάζονται για πρώτη φορά (από τα “Οποιος θέλει να χωρίσει… να σηκώσει το χέρι του” του Γιώργου Καπουτζίδη, “Ο ήχος που κάνουν τα πράγματα όταν πέφτουν” του Χρήστου Πασσαλή, “Big in Japan” της Κατερίνας Λούβαρη-Φασόη μέχρι τον “Αλγό-Ρυθμο” των Αλεξάνδρας Καζάζου και Ελεάνας Γεωργούλη και άλλα που ετοιμάζονται). Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που έχει και να πάρει και να δώσει στο νέο ελληνικό έργο και ως πολυπολιτισμική κοινωνία είναι βαθιά συνδεδεμένη με τις διαφορετικές οπτικές – αυτό δηλαδή που μπορεί να σου δώσει και το ελληνικό θέατρο».
Γιάννης Τσίρος, θεατρικός συγγραφέας
«Ας μην υπήρχε προκατάληψη με τα νεοελληνικά έργα»
«Χαίρομαι που φέτος ανεβαίνουν πολλά νεοελληνικά έργα, καθώς για χρόνια υπήρξε μια έλλειψη εμπιστοσύνης στους Ελληνες συγγραφείς – όχι πάντα δίκαια. Γενικά, το νεοελληνικό έργο ανά τις εποχές είχε ανατάσεις και καθιζήσεις. Δεν μου φαίνεται περίεργο ότι αυτή την εποχή βρισκόμαστε σε μια ανάταση, αλλά είμαι προετοιμασμένος ότι μετά από μερικά χρόνια θα υπάρξει μια καθίζηση. Και αυτό το λέω γιατί τα έργα που έρχονται από το εξωτερικό είναι έργα δοκιμασμένα, οπότε επενδύεις σε αυτά με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ό,τι σε ένα νεοελληνικό έργο. Κατά τα άλλα όμως, τα νεοελληνικά έργα έρχονται να καταθέσουν κάτι πολύ πιο οικείο στον θεατή, και αυτή την εποχή ίσως αυτό παίζει τον σημαντικό ρόλο. Ευτυχώς και δυστυχώς, εγώ ζω αποκλειστικά από το θέατρο και προτιμώ να υπάρχει κάποια μορφή ανταγωνισμού, ας πούμε, ανάμεσα στα νεοελληνικά έργα και τα ξένα. Αν έχουν οι Ελληνες να πουν κάτι δυνατό, θα το πουν. Αν δεν έχουν, θα μείνουν στη σιωπή. Απλώς, θα ήθελα να μην υπάρχει αυτή η προκατάληψη με τα νεοελληνικά έργα».
*Φέτος παίζονται τα έργα του: «Ημέρα Κυρίου» σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη στο Θέατρο Σταθμός, «Τα μάτια τέσσερα» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Πυρπασόπουλου στο Θέατρο Ιλίσια-Βολανάκης, «Αξύριστα πηγούνια» σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη στο Μικρό Χορν
Κική Μαυρίδου, ηθοποιός, θεατρική συγγραφέας
«Ενα έργο είναι κραυγή»
«Το να γράφει κάποιος δεν είναι εργασία. Είναι ανάγκη για επικοινωνία. Ο συγγραφέας θέλει να μιλήσει, να συνομιλήσει με το κοινό, με τους ηθοποιούς, να έχει ανταπόκριση, αλληλεπίδραση. Βέβαια, και στο συρτάρι να μείνει ένα έργο, ως κραυγή θα παραμείνει! Ισως γι’ αυτό και είναι τόσο δυνατό το να γράφεις στη γλώσσα σου: από τη μια αναφέρεσαι όχι μόνο στον εαυτό σου αλλά και στην ελληνική πραγματικότητα και από την άλλη, μπορείς να “φωνάξεις” -αυτή την κραυγή που λέω- και να σε καταλάβουν!»
*Φέτος παίζεται «Η μάνα αυτουνού… Ελλη Ζάχου Ταχτσή» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Λάσκαρη, στο Θέατρο Vault
Μαριάννα Κάλμπαρη, καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης (www. theatro-technis.gr)
«Ψάχνοντας τρόπους στήριξης ελληνικών έργων, εγκαινιάζουμε το πρόγραμμα “Δραματουργία τώρα”»
«Το Θέατρο Τέχνης ξεκίνησε μέσα στην Κατοχή και είχε από την αρχή στόχο να αναδείξει Ελληνες συγγραφείς. Γιατί πραγματικά, αν θέλουμε να μιλάμε για το θέατρο μιας χώρας, πρέπει οπωσδήποτε να γράφονται θεατρικά κείμενα. Θέατρο μιας χώρας δεν είναι μόνο οι σκηνοθεσίες και οι παραγωγές, ούτε μόνο οι παραστάσεις αρχαίου δράματος. Είναι σημαντικό να ανανεώνουμε τη ματιά μας πάνω σε αυτές, αλλά ποια είναι τα σύγχρονα κείμενα που αναφέρονται στην Ελλάδα σήμερα; Αυτό ήταν και είναι το μεγάλο ζητούμενο. Ο Κάρολος Κουν είχε έναν μοναδικό τρόπο να στηρίζει τους συγγραφείς, γι’ αυτό και άνθησε για κάποια χρόνια το νεοελληνικό θέατρο στο Θέατρο Τέχνης. Ηταν δίπλα τους, είχε διαφορετικό τρόπο να δουλεύει με τον καθένα, να παρακολουθεί τα κείμενα, έγραφαν, διόρθωναν, υπήρχε δηλαδή μια πολύ στενή σχέση με κάθε συγγραφέα. Ετσι γράφτηκαν σπουδαία έργα που συνδέονταν μεν άμεσα με την εποχή τους, αλλά δεν ήταν απλές ηθογραφίες. Γι’ αυτό και παίζονται ακόμα. Βέβαια, είναι σημαντικό κάθε εποχή να έχει τα κείμενά της και είναι πολύ ευχάριστο που φέτος έχουμε τόσο πολλά νεοελληνικά έργα. Εμείς προσπαθούμε κάθε χρονιά να βρούμε τρόπους στήριξης ελληνικών έργων. Μάλιστα, ξεκινάμε ένα πρόγραμμα που λέγεται “Δραματουργία τώρα” και αφορά τη συνεργασία δόκιμων και νέων συγγραφέων, ένα είδος καθοδήγησης (mentoring) των παλαιότερων προς τους νεότερους. Αυτό θα ξεκινήσει με το νέο έτος και θέλουμε να καθιερωθεί, να βρεθούν μηχανισμοί για να μείνει. Μακάρι να μπορούσε ο θεατρικός συγγραφέας να ασχολείται μόνο με αυτό – αλλά αυτό χρειάζεται και κρατική στήριξη. Τέλος, προσωπικά, με ενδιαφέρει και η σύνδεση του θεάτρου με το σήμερα: υπάρχει η άποψη, μα είναι το θέατρο ένας χώρος προστατευμένος, μια φωλιά που σε προστατεύει από ό,τι κακό υπάρχει έξω. Εγώ θέλω να νιώθω τι υπάρχει στο τώρα και τι μας συνδέει με αυτό. Το θέατρο πρέπει να παίρνει μια θέση δυναμική, να είναι ένας χώρος που σε μια παράσταση θα μπορείς να κουβεντιάσεις πράγματα, να έρθεις σε επικοινωνία με οτιδήποτε μπορεί να σε κάνει καλύτερο».
Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, σκηνοθέτης, ιδρυτής Θεάτρου Νέου Κόσμου, πρ. καλλιτεχνικός διευθυντής Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου
«Μια αποκλειστικά επιδοματική πολιτική δεν είναι πολιτιστική πολιτική»
«Τα τελευταία χρόνια έχουμε θεατρικά έργα, αλλά έχουμε και κείμενα παράστασης: τα τελευταία μπορεί να είναι μια αφήγηση, κάτι πιο αυτοβιογραφικό, κείμενο βασισμένο σε μαρτυρίες ή αυτό που ονομάζουμε αυτομυθιστορία. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου φέτος ανεβαίνουν αρκετά νεοελληνικά έργα, όχι μόνο με διαφορετικά κείμενα αλλά και με διαφορετικό τρόπο επί σκηνής, όπως η παράσταση της Violet Louise που είναι πολυμεσική. Επίσης έχουμε έργα συγγραφέων από τον Παντελή Μπουκάλα έως τον Βασίλη Κατσικονούρη. Είναι σημαντικό να ακούγεται στη γλώσσα σου ένα έργο και να είναι γραμμένο στη γλώσσα σου, αλλά αυτό να συνδυάζεται και με το υψηλής αισθητικής αξίας έργο. Σε αυτή την περίπτωση, ένα έργο “εθνικό” (με την έννοια της τοπικότητας) μπορεί να γίνει παγκόσμιο, να βγει στο εξωτερικό. Αυτό όμως είναι πολιτικό ζήτημα, κυρίως, γιατί χρειάζεται πολύ περισσότερη στήριξη για να βγει ένα ελληνικό έργο έξω: χρειάζεται μετάφραση, στήσιμο, υπότιτλους ή υπέρτιτλους… Γενικά έχει ένα μεγάλο κόστος που δεν μπορεί να το επωμιστεί ένας Ελληνας συγγραφέας ή ένας σκηνοθέτης από μόνοι τους. Το ίδιο το θέατρο δεν είναι κάτι φτηνό, πόσο μάλλον αν αυτό είναι να βγει έξω. Αυτό είναι δουλειά της πολιτείας, του ΥΠΠΟΑ και συγκεκριμένων οργανισμών. Δεν είναι δυνατόν να γίνεται μόνο επιδοματική πολιτική – αυτό δεν είναι πολιτιστική πολιτική. Το θέμα είναι αν σε αφορά ο πολιτισμός!».
Βασίλης Κατσικονούρης, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης
«Απουσιάζουν οι δίοδοι για την προώθηση του νεοελληνικού θεάτρου στο εξωτερικό»
«Δεν υπάρχουν οι δίοδοι, δηλαδή οι άνθρωποι ή οι θεσμοί (ΥΠΠΟΑ, πρεσβείες, ιδρύματα), που θα μπορούσαν να ασχοληθούν επισταμένα με την προώθηση του νεοελληνικού θεάτρου στο εξωτερικό. Οσα δικά μου έργα έφυγαν έξω ήταν από τύχη. Οπότε μένουμε στα του τόπου μας: για τον Ελληνα θεατή είναι σημαντικό να βλέπει εγχώρια θεατρική δραματουργία. Αλλωστε, αυτή είναι η ιδέα του θεάτρου: να ανιχνεύει αυτό που ζούμε, την καθημερινότητα, την πραγματικότητα, και να βλέπει κάτω από αυτά. Και αυτό ένα σύγχρονο έργο μπορεί να το κάνει καλύτερα και πιο καίρια. Ενα καλό θεατρικό έργο μπορεί να δείξει τους μηχανισμούς που βρίσκονται από πίσω και να βοηθήσει τον θεατή να τους συνειδητοποιήσει. Ως καθηγητής, βλέπω πολύ καλά δείγματα, δυνατότητες και έντονη επιθυμία για επικοινωνία από αυτούς που θέλουν να γράψουν θέατρο. Διαβάζουν πολύ τα νέα παιδιά και γράφουν καλά. Το θέμα είναι όμως τι στήριξη μπορούν να έχουν».
*Φέτος παίζονται τα έργα του: «Ο Μάκης» σε σκηνοθεσία δική του και του Ερρίκου Λίτση στο Θέατρο Νέου Κόσμου, «Καλιφόρνια Ντρίμιν 2» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυλωνά στο Από Μηχανής Θέατρο, «Τσιτάχ. Η ερημιά του τερματοφύλακα» σε σκηνοθεσία Ερμίνας Κυριαζή στο Θέατρο Σταθμός
Λένα Κιτσοπούλου, ηθοποιός, συγγραφέας
«Οταν το θεατρικό ανεβαίνει στο σανίδι, ανεβαίνουν σιωπές στην επιφάνεια»
«Μόνο με τη γλώσσα σου μπορείς να πεις αυτά που γίνονται στη χώρα σου. Οσο σημαντικό είναι να υπάρχει ποίηση και λογοτεχνία στη γλώσσα σου, άλλο τόσο είναι να γράφεται και θέατρο. Για μένα, η σπουδαιότητα αυτή είναι αυτονόητη. Ταυτόχρονα, το θεατρικό γράφεται για να παιχτεί. Οχι για να μείνει στο συρτάρι. Σημαντικό είναι και το να εκδοθεί φυσικά, ωστόσο το να ανέβει στη σκηνή είναι το θέμα.
»Ειδικά όσον με αφορά, επειδή γράφω πολύ στο εδώ και στο τώρα, και μάλιστα φορές και πάνω σε συγκεκριμένους ανθρώπους, παρατηρώ ότι όταν το θεατρικό ανεβαίνει στο σανίδι, αλλάζει. Αλλάζει με τις πρόβες, με τις συζητήσεις, με την αλληλεπίδραση με τους ηθοποιούς και τον σκηνοθέτη. Κόβονται λέξεις, αλλάζουν λέξεις, ανεβαίνουν σιωπές στην επιφάνεια… Η συγγραφή ενός θεατρικού έργου είναι διαφορετική αν συμπράττει με τους ηθοποιούς επί σκηνής και διαφορετική αν μείνει στο χαρτί. Οσο για τα θέματα, και πάλι θα μιλήσω επί προσωπικού, καθώς πλέον καταπιάνομαι κυρίως με τις σιωπές παρά με τον λόγο. Ισως γιατί υπάρχει μια άποψη παντού, από όλους προς όλους. Ισως γιατί έχουν ειπωθεί πολλά. Ισως γιατί δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι. Αυτό συμβαίνει με το νέο ελληνικό έργο: μεταλλάσσεται και εξελίσσεται μαζί με τους καιρούς. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι παρόν και ζωντανό».
*Το νέο της έργο, «Τα νέα μου είναι σαρωτικά», έρχεται στο Θέατρο Σφενδόνη, από 3/11
Ιόλη Ανδρεάδη, σκηνοθέτης, θεατρική συγγραφέας*
«Το σύγχρονο ελληνικό έργο είναι σαν μια φωνή. Μια φωνή, εκφραζόμενη από τους συγγραφείς, αλλά που εκπροσωπεί και πολλούς άλλους»
«Το ότι γράφονται νέα ελληνικά έργα είναι κάτι πολύ ωραίο γιατί, εάν επιμείνουμε, μπορεί να χτιστεί μια αξιόλογη, συμπαγής ελληνική δραματουργία που να διαλέγεται με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κοινωνίας μας – όπως κάνανε και οι παλιότεροι, π.χ. ο Καμπανέλλης, ή η Αναγνωστάκη – και να πηγάζει από τις ανάγκες μας. “Γράψε γι’ αυτό που σε κρατάει ξύπνιο τη νύχτα”… Έτσι μας είχε πει ένας διάσημος αμερικανός συγγραφέας στο εργαστήριο του Lincoln Center Theater, όταν ερωτήθηκε “Για ποιο πράγμα να γράψω;”. Όσο και αν έχουμε παγκοσμιοποιηθεί, αυτό δε σημαίνει πως μας αφορούν αυτομάτως τα καλά έργα που έχουν γραφτεί στο εξωτερικό και έρχονται στη χώρα μας. Και εδώ χρειάζεται δουλειά από εμάς, εδώ, ούτως ώστε να γίνονται καλές μεταφράσεις που να μπορούν να σταθούν στη σκηνή, με ελληνικά που να “μιλιούνται” – αλλά και προκειμένου να αναδεικνύονται τα στοιχεία εκείνα των ξένων έργων που μπορεί να μας αφορούν πιο πολύ.
Το σύγχρονο ελληνικό έργο είναι σαν μια φωνή. Μια φωνή, εκφραζόμενη από τους συγγραφείς, αλλά που εκπροσωπεί και άλλους ακόμη ανθρώπους, η οποία είναι ωραίο να ακούγεται. Γιατί είναι πολύ όμορφη και γοητευτική η πολυπολιτισμικότητα, το να γνωρίζεις άλλους πολιτισμούς και να μπαίνεις σε διάλογο μαζί τους, αλλά όταν εσύ στη διαδικασία αυτή της επικοινωνίας με τον άλλο σωπαίνεις, ή – ακόμη χειρότερα – εάν δεν έχεις κάτι να πεις, δεν γίνεται διάλογος, αλλά υφίστασαι άλλη μία – αποικιοκρατικού τύπου – επιρροή.
Αφήνεσαι να σε επηρεάσει κάτι, χωρίς εσύ να μιλάς και χωρίς να το κρίνεις. Θα ήταν πιο σκόπιμο να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε, από τα παραδείγματα της Αγγλίας, της Αμερικής ή της Γερμανίας, το τι βοηθάει τα θεατρικά έργα στις χώρες αυτές να ανθίσουν. Και να επιχειρήσουμε να μιμηθούμε έπειτα αυτό (αντί π.χ. για μια απομίμηση των ξένων έργων). Ας προσπαθήσουμε άρα να πιστέψουν πρώτα απ’ όλα το κοινό και έπειτα το κράτος και οι ιδιώτες στα σύγχρονα ελληνικά θεατρικά έργα, ας προσπαθήσουμε να βρεθεί στήριξη, ας προσπαθήσουμε να υπάρχει – να έχουμε – μια συνέπεια και μια συνέχεια. Και παράλληλα ας δουλέψουμε λίγο με μέθοδο και τεστάροντας τη δουλειά μας με το κοινό, με τους θεατές μας. Αξίζει τον κόπο»
* Τα έργα που συνυπογράφει η ίδια με τον Αρη Ασπρούλη, «Οικογένεια Τσέντσι» και «Το Κόκκαλο» θα ανέβουν άμεσα στο Θέατρο Τέχνης.
