ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Ψαρράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ότι το περίφημο «Οχι» δεν ειπώθηκε από κανέναν τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 είναι δεδομένο. Ούτε ο Μεταξάς, όπως επί δεκαετίες επέμενε η επίσημη ιστοριογραφία, ούτε ο «λαός» όπως αντέτεινε η Αριστερά. Ούτε καν ο Μεταξάς και ο λαός μαζί, όπως θα ήθελε μια πιο πρόσφατη συμβιβαστική εκδοχή που υιοθετούν όσοι επιθυμούν να καλύψουν τον θαυμασμό τους για τον δικτάτορα (λ.χ. ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ.). Βέβαια είναι επίσης δεδομένο ότι η λαϊκή συμμετοχή στον πόλεμο και οι νίκες του ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο έδωσαν υπόσταση σ’ αυτό το κατασκευασμένο «Οχι» και το κατέστησαν ισοδύναμο ενός κεντρικού εθνικού συνθήματος.

Το «Oχι» το είπε… η Κάρμεν

Αλλά ας επιμείνουμε στο τι έγινε τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου στο σπίτι του Μεταξά. Είναι σίγουρο ότι το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Γκράτσι στον Ελληνα δικτάτορα δεν ήταν δυνατόν να απαντηθεί ούτε με «ναι» ούτε με «όχι», εφόσον ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου από την Ιταλία. Το επιβεβαιώνουν άλλωστε τα πρώτα δημοσιεύματα των εφημερίδων τις αμέσως επόμενες μέρες, που μάλιστα θεωρούσαν απλή «αφορμή» το τελεσίγραφο: «Η Ιταλία εκήρυξε τον πόλεμον κατά της Ελλάδος» («Ο Τύπος», 28.10.1940), «Κήρυξις πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας» («Ελεύθερον Βήμα», 29.10.1940) και «Εκηρύχθη πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας. Αφορμή αίτησις εκχωρήσεως εθνικών μας εδαφών» («Αθηναϊκά Νέα», 28.10.1940).

Το «όχι» υπήρξε απλώς ένα εύστοχο σύνθημα, που εφευρέθηκε δύο μέρες αργότερα για να εμψυχωθεί ο ελληνικός λαός που επρόκειτο να πολεμήσει με μια υπερδύναμη εκείνης της περιόδου.

Το πιστοποιεί και το γεγονός ότι και η επίθεση της Γερμανίας έπειτα από λίγους μήνες εκδηλώθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ένα τελεσίγραφο δηλαδή που επιδόθηκε από τον πρεσβευτή του Τρίτου Ράιχ τα χαράματα της 6ης Απριλίου 1941 στο σπίτι του πρωθυπουργού Κορυζή. Και τότε πάλι τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων μιλούσαν για ένα «δεύτερο Οχι», χωρίς βέβαια κανείς να κυριολεκτεί. Ενδεικτικά: «28 Οκτωβρίου 1940: “Οχι” – 6 Απριλίου 1941: “Οχι”» («Αθηναϊκά Νέα», 6.4.1941), «ΟΧΙ. Απροκλήτως οι Γερμανοί επετέθησαν κατά των ανατολικών συνόρων μας» («Η Βραδυνή», 6.4.1941).

Στην πραγματικότητα αυτό που έχει κωδικοποιηθεί με τη μονολεκτική άρνηση είναι η τελική αδυναμία του Μεταξά να συνεχίσει τη στάση της «αυστηρής ουδετερότητας» και να συνταχθεί με το μέρος της Αγγλίας στην παγκόσμια σύγκρουση που είχε ήδη ξεκινήσει. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο ίδιος έπαυσε να θαυμάζει -και να προσπαθεί να μιμηθεί- το ναζιστικό καθεστώς ή ότι δεν τηρούσε μέχρι το καλοκαίρι του 1940 στενές σχέσεις με την ηγεσία του Τρίτου Ράιχ.

Εδώ όμως μας ενδιαφέρει εκείνο το βράδυ, όπου ο Μεταξάς, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, σχολίασε στον Γκράτσι το ιταλικό τελεσίγραφο με τη γαλλική φράση «alors (ή donc) c’ est la guerre». Εχουμε ήδη από πέρσι επισημάνει ότι η έκφραση «c’ est la guerre» από μόνη της δηλώνει μια διαπίστωση, αλλά υπονοεί και αδυναμία αντίδρασης («αυτά έχει ο πόλεμος»), όπως η πολύ πιο συνηθισμένη «c’ est la vie» («αυτά έχει η ζωή»). Ο φιλόλογος και γλωσσολόγος Πασκάλ Τρεγκέρ σημειώνει ότι μ’ αυτή την παθητική έννοια η φράση χρησιμοποιείται από τον 16ο αιώνα σε γαλλικά βιβλία στρατιωτικής ιστορίας, αλλά προσθέτει ότι ήδη από τις αρχές του 20ού τη συναντούμε και σε αγγλικά βιβλία, σημάδι ότι είχε ήδη γίνει διεθνώς γνωστή μ’ αυτή την έννοια της παραίτησης (https://wordhistories.net/2019/12/05/cest-la-guerre/). Με το «alors» ή το «donc» στην αρχή της η φράση έχει μεταφραστεί ως περίφραση του «Οχι», αλλά δεν παύει να ισοδυναμεί με μια παθητική στάση. Κυρίως όμως παραμένει το ερώτημα γιατί χρησιμοποίησε ο Μεταξάς μια τόσο σύνθετη ή τουλάχιστον έμμεση διατύπωση σε μια συζήτηση τόσο σύντομη και τόσο κοφτή. Πού του ήρθε;

Η απάντηση

Ισως ανακαλύψουμε την απάντηση εκεί που δεν ψάχνουμε. Η φράση «la guerre, c’ est la guerre» είναι μια κραυγή που ακούγεται στην περίφημη όπερα του Μπιζέ, «Κάρμεν», λίγο πριν από το τέλος της δεύτερης πράξης. Τη λέει ειρωνικά ένας λαθρέμπορος, ο Ντανκάιρο, προς έναν στρατιωτικό στον οποίο επιτίθεται. Και πού κολλάει η όπερα με τον Μεταξά; Μα ο ίδιος -όπως προκύπτει και από το «Ημερολόγιό» του- ήταν φανατικός της όπερας. Ο Μεταξάς ήταν εξάλλου εκείνος που ίδρυσε την Εθνική Λυρική Σκηνή, το αθηναϊκό δηλαδή θέατρο που ανέβαζε συστηματικά παραστάσεις όπερας. Είναι γνωστό ότι η τελευταία δημόσια παρουσία του δικτάτορα πριν από την έναρξη του πολέμου ήταν στα εγκαίνια της Λυρικής Σκηνής με την όπερα «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Πουτσίνι στις 25 Οκτωβρίου. Στην παράσταση αυτή παραβρέθηκε η βασιλική οικογένεια, ο Μεταξάς και… ο Γκράτσι.

Και η «Κάρμεν»; Μα αυτή ήταν η πιο πολυσυζητημένη όπερα εκείνη την περίοδο. O Μεταξάς είχε επιλέξει να την παρακολουθήσει ακόμα και κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στο Παρίσι, φυγάς μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1923 κατά του Βενιζέλου: «Βράδυ με Σπετσιώτην εις Opéra Comique: “Carmen”. Βαρυθυμία» γράφει στις 5.3.1924 (Ιωάννης Μεταξάς, «Το προσωπικό του Ημερολόγιο», επιμ. Παν. Μ. Σιφναίος, εκδ. Ικαρος, Αθήνα 1964, τ. ΙΙΙ, σ. 316). Δύο μέρες νωρίτερα, έβλεπε, πάλι στο Παρίσι, «Τόσκα» (σ. 315). Δεν συναντάμε άλλες παραστάσεις της «Κάρμεν» στο «Ημερολόγιο», αλλά οι αναφορές σε όπερα είναι συχνές. Από το 1937 η «Κάρμεν» έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αθήνα, με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Παλαίστη, και παιζόταν και την άνοιξη του 1940.

Δεν μπορεί βέβαια να αποδειχτεί αν είχε κατά νου την «Κάρμεν» ο Μεταξάς απαντώντας στον Γκράτσι. Ωστόσο είναι χαρακτηριστική η χρήση της φράσης στην όπερα του Μπιζέ, για να κατανοήσει κανείς τι ακριβώς σημαίνει. Η ειρωνεία της τύχης το έφερε έτσι ώστε μία από τις πρώτες όπερες που ανέβασε η Λυρική Σκηνή την περίοδο της Κατοχής ήταν πάλι η «Κάρμεν» (Οκτώβριος 1941-Μάιος 1942). Και το «c’ est la guerre» τραγουδιόταν μπροστά στους Γερμανούς φιλόμουσους αξιωματικούς και τους εγχώριους συνεργάτες τους.