Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι σημαντική η στροφή που υπάρχει τα τελευταία (πολλά) χρόνια προς τη σκέψη τού Κορνήλιου Καστοριάδη – Κυρίως σε εξωακαδημαϊκό επίπεδο.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα τού Καστοριάδη αφορά τη χρονικότητα στην ετερόνομη και αυτόνομη κοινωνία: Στην πρώτη έχουμε μεταφυσική αχρονικότητα, στη δεύτερη υπάρχει ως προαπαιτούμενο ο δημόσιος χώρος εκείνος που θα παράξει δημόσιο χρόνο. Άρα ο δημόσιος χρόνος είναι συλλογικός, αφορά την πολιτική δραστηριότητα και, μάλιστα, με εξισωτική και οριζόντια λειτουργία στα μέλη της κοινότητας.

Αλλά έχει ενδιαφέρον η πραγμάτωση του κοινωνικού ρόλου/κοινωνικοποίησης μέσω της κοινότητας: Είναι ο τρόπος για να υπάρξει το άτομο ως αυτόνομο και την ίδια στιγμή ως συλλογικό. Το εθνοκράτος έχει παραχωρήσει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνικοποίηση του ατόμου στο σχολείο – Ως δημόσιο χώρο και χρόνο. Γιατί η σχολική κοινότητα, τελικά, μπορεί να μετουσιώσει σε πολιτική πράξη τη διάδραση της συμμετοχής στη συλλογικότητα – Αυτό δηλαδή που έχει χαθεί από το νεωτερικό υποκείμενο και το έχει καταδικάσει να είναι μίζερο και ανολοκλήρωτο. Κι ένα παράδειγμα από τον αισθητό κόσμο: Η κόρη μου, από την εποχή τής νηπιακής ηλικίας, γνώριζε πότε ήταν λιγότερα παιδιά στην τάξη. Όχι γιατί ήξερε από τότε να μετράει, αλλά γιατί έλειπε μέλος από τη συλλογικότητα που είχε αναπτυχθεί.

Τι γίνεται όμως με τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που αφορούν ανάπηρα άτομα; Γιατί δεν είναι η αναπηρία που θα διαμορφώσει αποκλειστικά τα θέλω τους με βάση τις βιολογικές ανάγκες. Αλλά η αδυναμία των εκπαιδευτικών προγραμμάτων να απορροφήσουν όλο το πλέγμα των επιθυμιών – Άρα η αναπηρία λειτουργεί ως δοτή ταυτότητα στην ειδική εκπαίδευση. Κι εδώ είναι που έχει ενδιαφέρον η έρευνα του Λάζαρου Τεντόμα, με τίτλο Παιδιά εξωτικά, παιδιά οικόσιτα – Ανθρωπολογική μελέτη τής αναπηρίας και της Ειδικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, από τις εκδόσεις redmarks: Αναλύει πώς οι κατηγοριοποιήσεις των ανάπηρων μαθητών με βάση τον βαθμό τής βλάβης και το είδος, αποτελεί ταξινόμηση που λειτουργεί υπέρ της αύξησης των διαχωρισμών. Άρα μειώνει προσδοκίες, αυτοεκτίμηση και στιγματίζει τους ανάπηρους μαθητές. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει εκπαιδευτικό σύστημα στην ειδική εκπαίδευση ακόμα και σήμερα, που να μην εκκινεί από αυτές τις ταξινομήσεις.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η σχέση τής Ανθρωπολογίας με τις σπουδές αναπηρίας που θέτει ο συγγραφέας, γιατί έτσι προκύπτουν ερωτήματα που αφορούν, τελικά, όλο το φάσμα των Κοινωνικών Επιστημών. Γιατί και στις σπουδές φύλου το κορμί μπαίνει στο επίκεντρο, όπως και στις αναπηρίες – Είναι όμως μόνο αυτό; Οι σπουδές αναπηρίας δεν είναι δεδομένες στην Ελλάδα. Κι αυτό δείχνει μια ταξινόμηση που υπάρχει στη χαρά τής ζωής και τη δημιουργία, σε εκείνο το αιώνιο “Ναι” της ζωής κατά τον Νίτσε που γίνεται “Όχι”. Τι χρειάζεται να αλλάξει; Να ξαναγίνουν τα σχολειά και τα αμφιθέατρα τόποι φροντίδας και κοινωνικότητας και να μείνει πίσω το αποστειρωμένο μοντέλο τού εκπαιδευτικού αποκλειστικά ως φορέα γνώσης. Μπορεί από την ειδική εκπαίδευση να εκκινήσει η αλλαγή συνολικά στην εκπαιδευτική διαδικασία, για να πάψουν τα σχολειά και η εκπαίδευση να είναι πένθιμα ιδρύματα. Να βρεθεί στο επίκεντρο η κοινωνικότητα και η φροντίδα χρειάζεται, ανατρέποντας τους διαχωρισμούς όχι μόνο ανάμεσα σε ανάπηρο ή όχι μαθητή, αλλά ακόμα και εκείνους ανάμεσα σε εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενο.

Παιδιά εξωτικά και οικόσιτα – Η αναπηρία και η ειδική εκπαίδευση στην Ελλάδα