Σάββατο απόγευμα. Στον Ηλεκτρικό προς Νέα Ιωνία, να δω τον μικρό εγγονό μου στην μπάλα. Ολα καλά, βρήκα και κάθισμα… Στη Νέα Ιωνία θα κατέβαιναν μαζί μου ένας πιτσιρικάς, ξύπνιος, όμορφος, καμιά δεκαριά χρονώ, με τη μητέρα του, συμπαθής, ολίγον εύσωμη.
Οταν σηκώθηκα και κρατήθηκα από τη χειρολαβή, με ραβδί, γυαλιά ηλίου, μάσκα (κορονοϊού) και τζόκεϊ, ο μικρός εντυπωσιάστηκε. Τόσο που βγαίνοντας –εγώ ακολουθούσα– ρώτησε με «τρόπο» (αλλά ακούστηκε) τη μητέρα του: «Τυφλός είναι αυτός;». Εκείνη κοντοστάθηκε, μου έριξε μια λοξή ματιά και είπε –χαμηλόφωνα και αυτή– «Α μπα…», ξανακοίταξε «Οχι… Οχι…», αποφάνθηκε οριστικά, πήρε τον μικρό δυναμικά από το χέρι και χάθηκαν κατά τη μεριά του «Αγία Ολγα» (του νοσοκομείου, παλιές γειτονιές και αυτές… στέγαση Μικρασιατών προσφύγων της «παράγκας», δεκαετία του ’60· μετά τεσσαράκοντα έτη… αποκατάσταση).
Σκέφτηκα τα μειονεκτήματα της εμφάνισης: γυαλιά ηλίου (με βάραγε ήλιος στο βαγόνι και δεν τα έβγαλα), μάσκα (υποχρεωτική). Αρα, ούτε το γέλιο μου φάνηκε, γιατί γέλασα βέβαια, και πώς να μη γελάσεις! Ούτε και το μάτι μπορούσα να του κλείσω του μικρού πονηρά, να δει πως δεν είμαι τυφλός και να γελάσει με το «πάθημά» του, αντί να ντραπεί το παιδάκι.
Θυμήθηκα που κάποτε, στα πρώτα χρόνια των μπουάτ, προδικτατορικά, νεαροί Καριώτες, πήγαν Ελληνοαμερικανό Καριώτη (με χρόνια στην Αμερική…) σε μπουάτ, να του δείξουν ότι και η Ελλάδα δεν είναι πίσω, προοδεύει και αυτή. Τον πήγαν λοιπόν στην Πλάκα, σε μπουάτ όπου τραγουδούσε ο Γιάννης Πουλόπουλος· χαρακτηριστική εικόνα: Ο Γιάννης στο ψηλό σκαμπό, με την κιθάρα αγκαλιά, σκοτάδι, ο προβολέας να συγκεντρώνεται πάνω του, τα (πάντα) μαύρα του: παντελόνι, πουλοβεράκι με κλειστό λαιμό, μάτια… κλειστά από έκσταση ερμηνευτική. Ενθουσιάστηκε ο άνθρωπος: «Τι ωραία που τραγουδάει αυτό το τυφλό παλληκάρι!» σχολίασε επαινετικά αλλά και με λύπη!..
