Ορισμένοι μάλιστα σήμερα -καθόλου αδικαιολόγητα πλέον- παρομοιάζουν την επιδραστικότητα της έκθεσης ως εφάμιλλη εκείνης που είχε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ εκατόν πενήντα χρόνια νωρίτερα. Και τούτο στον βαθμό που, και στη μια περίπτωση και στην άλλη, βασική έννοια ανάλυσης είναι η εκμετάλλευση, κοινωνική στη μια περίπτωση, της φύσης και των πόρων (κυρίως) στην άλλη. Μάλιστα η αντίφαση κεφαλαίου – εργασίας στην πρώτη περίπτωση συμπληρωνόταν έμμεσα και υπόρρητα στην έκθεση από τη δεύτερη αντίφαση κεφαλαίου και φύσης/πόρων, εμποδίζοντας, και σ’ αυτή την περίπτωση -μέσω της καταστροφής των υλικών όρων παραγωγής-, τη διαδικασία συσσώρευσης.
Η έκθεση αυτή συντάχθηκε ως γνωστόν από τέσσερις ερευνητές του ΜΙΤ που εξειδικεύονταν στη δυναμική των συστημάτων, με επικεφαλής τον Dennis Meadows, κατά παραγγελία τότε της Λέσχης της Ρώμης (δεξαμενή σκέψης οικονομικών και πολιτικών ελίτ, αλλά και ανώτατων υπαλλήλων διεθνών οργανισμών και επιστημόνων) και εξεδόθη το 1972 στη Νέα Υόρκη. Ας σημειωθεί ότι την ίδια χρονιά έλαβε χώρα στη Στοκχόλμη η πρώτη παγκόσμια συνδιάσκεψη για το «ανθρώπινο περιβάλλον» όπου διακηρύσσεται για πρώτη φορά ότι η (οικονομική) μεγέθυνση δεν είναι αυτοσκοπός.
Συνακόλουθα, εάν θέλουμε (ή πρέπει) να κρατήσουμε την οικονομική μεγέθυνση (παρακάμπτοντας την επιλογή της πλήρους απομεγέθυνσης – αρνητικής μεγέθυνσης) αυτή θα πρέπει να είναι δευτερεύον ή παρεπόμενο στοιχείο. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν θα τίθεται ως στόχος στον οποίο θα πρέπει ν’ αποβλέπουμε (ως κράτη) και -ακόμα λιγότερο- αυτοσκοπός ταυτισμένος με τη λεγόμενη πρόοδο.
Η έκθεση καταγράφει με αριθμούς και μοντελοποίηση τα όρια της εκθετικής μεγέθυνσης σε πέντε αλληλοδρώντες τομείς: ραγδαία εκβιομηχάνιση/βιομηχανοποίηση, αύξηση του πληθυσμού, αύξηση της κακής διατροφής, μείωση των μη ανανεώσιμων πόρων και υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Το συμπέρασμα ήταν/είναι ότι αργά η γρήγορα όλες οι παραπάνω παράμετροι θα προσκρούσουν στην ίδια τους την (ποσοτική) μεγέθυνση. Ειδικότερα η αύξηση της παραγωγής και κατανάλωσης θα προσκρούσει κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα στην υπερεκμετάλλευση αφενός των εδαφών με συνέπεια την πτώση της διατροφικής παραγωγής, αφετέρου των πόρων εξαιτίας της παγκόσμιας υπερκατανάλωσης και, τέλος, θα υπάρξει έκρηξη της ρύπανσης με συνέπεια την αύξηση της θνησιμότητας. Ηδη από το 1999 το οικολογικό αποτύπωμα της οικονομικής δραστηριότητας ξεπέρασε το 20% των πόρων της Γης και της απορρόφησης των εκπομπών από αυτήν, επιβεβαιώνοντας την έκθεση. Σήμερα δεν αμφισβητείται πλέον ότι η κατανάλωση πόρων αυξάνεται με τον ίδιο/ανάλογο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.
Σχετικά, μια πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΕΑ) με τίτλο «Μεγέθυνση χωρίς οικονομική μεγέθυνση» επισημαίνει επίσης ότι σε παγκόσμιο επίπεδο δεν υπάρχει αποσύζευξη οικονομικής μεγέθυνσης και υλικού/ποσοτικού αποτυπώματος. Αυτή η αποσύζευξη είναι αδύνατη στο ισχύον εντατικό και συσσωρευτικό οικονομικό μοντέλο κατασκευής υλικών αναγκών. Το ίδιο αδύνατος φαίνεται να καθίσταται, υπό την κυριαρχία ενός μη ελέγξιμου τώρα μεγασυστήματος-τέρατος, ο έλεγχος της χωρίς τέλος μεγέθυνσης υλικών αγαθών και συνεπώς αναγκών.
Για τους συντάκτες της έκθεσης (την οποία επικαιροποίησαν το 1999 και το 2004 επί τα χείρω αφού «διόρθωσαν» ορισμένα στοιχεία) εκείνο που ήταν (και είναι) απαραίτητο είναι οι «βαθιές αλλαγές» στις δομές, οικονομικές και κοινωνικές, που συνόδευσαν τον ανθρώπινο πολιτισμό της μεγέθυνσης τους προηγούμενους αιώνες, σ’ ένα πεπερασμένο κόσμο. Ας επισημάνουμε εδώ ότι ο κόσμος αυτός συμβάδισε με την ανάδυση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς που δημιουργήθηκε σταδιακά πριν από περίπου τριακόσια χρόνια.
Ετσι η έκθεση Meadows θεωρείται προπομπός του -κατοπινού και με διάφορες παραλλαγές- οικοφιλοσοφικού και πολιτισμικού ρεύματος της απομεγέθυνσης και με λέξεις-κλειδιά το «λίγο, το «μικρό» και το «επαρκές», την αλληλέγγυα και ευχάριστη συμβιωτικότητα και τούτα σε/με μια επιστροφή στο «τοπικό». Η απομεγέθυνση προϋποθέτει μια διανοητική στροφή πρωτίστως και δεν θεωρείται σήμερα το αντίθετο της μεγέθυνσης (υποστηρίζοντας δηλαδή -σε μια οικονομία και κοινωνία μεγέθυνσης- την αρνητική μεγέθυνση ή ύφεση με αυταρχικές συνέπειες), αλλά η οικο-δόμηση μιας οικο-νομίας και οικο-κοινωνίας μη εξάρτησης από αυτήν, χωρίς να περιορίζεται στην οικολογική διάσταση. Είχε προηγηθεί βέβαια της έκθεσης, η κριτική του όλου παραγωγικού μεγεθυνσιακού καταστροφικού συστήματος από φυσική-ενεργειακή αλλά και υλική οπτική, από τον N. Georgescu –Roegen. Αυτός θεωρούσε ότι οι οικονομικές μεγεθυνσιακές διαδικασίες, όπως και οι βιολογικές, είναι μη αναστρέψιμες (αρχή της εντροπίας).
Οι συντάκτες, όπως και άλλοι εξάλλου, ιδίως πολιτικοί και κοινωνικοί οικολόγοι, απορρίπτουν τη γνωστή, κρατούσα αλλά ωστόσο αποπροσανατολιστική άποψη κατά την οποία ότι το πρόβλημα θα το επιλύσει η τεχνοεπιστήμη (σήμερα «πράσινη» σε/για μια «πράσινη μεγέθυνση», αλλά κάθε άλλο παρά «ουδέτερη»). Παράλληλα από τότε είχαν υποστηρίξει ότι θα πρέπει επειγόντως να κατευθυνθούμε προς μια «κατάσταση συνολικής ισορροπίας». Στην κατεύθυνση αυτή υποστηρίζουν ένα σταδιακό βιώσιμο σύστημα ικανό να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες όλων των λαών και τη μείωση του χάσματος της φτώχειας και της μιζέριας ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς.
Η έκθεση, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και κριτικές από «ορθόδοξους» και συστημικούς οικονομολόγους, αριστερούς και δεξιούς, οι οποίοι είχαν (και εξακολουθούν να έχουν) ιεροποιήσει την (ποσοτική) διαρκή μεγέθυνση και τον παραγωγισμό, επιδιώκοντας μάλιστα να την επιβάλλουν παντού και αδιακρίτως, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις καταστροφικές οικο-κλιματικές και οικο-κοινωνικές συνέπειες, θεωρώντας την έκθεση μονοδιάστατη και αντιεπιστημονική (υποεκτίμηση των υπαρχόντων πόρων, μονολιθικότητα, λάθη στο μοντέλο κ.ά.) κατηγορώντας την και για μαλθουσιανισμό. Ενας από τους «ορθόδοξους» επικριτές της έκθεσης ήταν και ο πρόσφατα νομπελίστας W. Nordhauss (ο οποίος αμφισβητούσε επίσης και την έκθεση της αμερικανικής ακαδημίας των επιστημών το 1983 για την επερχόμενη κλιματική αλλαγή). Για ορισμένους, τέλος, (Π. Παπακωνσταντίνου), ίσως υπερβολικά, ακόμα και άδικα, η έκθεση είναι αποικιοκρατικής και αντιουμανιστικής έμπνευσης και οικολογικά αντιδραστική.
Με την κρίση (πετρελαϊκή) των αρχών της δεκαετίας του ’70 η έκθεση Meadows ξεχάστηκε (ή «ενταφιάστηκε»)… Ολο και λιγότεροι πάντως σήμερα αμφισβητούν τη βασική ιδέα και τη βασιμότητα των στοιχείων αλλά και των διακυβευμάτων της. Λέγεται ότι οι προβλέψεις διαψεύστηκαν από τα πράγματα. Εάν αυτό είναι αλήθεια για επιμέρους θέματα της έκθεσης (π.χ. στρώμα του όζοντος), η ουσιώδης προβληματική της (κρίση φυσικών πόρων, κλιματική κρίση) παραμένει, παρά τους «εμπόρους της αμφιβολίας» της κλιματικής κρίσης.
Η τάση αυτή συμπορεύεται και με την αμφισβήτηση/κριτική εδώ και δεκαετίες του ΑΕΠ -και όχι μόνο από αιρετικούς ή ετερόδοξους οικονομολόγους- στο οποίο αποτυπώνεται η (ποσοτική) οικονομική μεγέθυνση ως ψευδής ή τυφλός ή τουλάχιστον ελλιπής δείκτης πραγματικής ευημερίας και ακόμα λιγότερο ευζωίας. Παρά ταύτα τα πράγματα και η πορεία τους εξακολουθούν αμετάβλητα, όπως κατά βάση και τα εργαλεία και οι στόχοι που δημιούργησαν το πρόβλημα. Μόνο οι λέξεις και τα χρώματα αλλάζουν (για να μην αλλάξει τίποτα…).
**Βλ. Alternatives Economiques no 425/2022
*Ομ. καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών
