«Τα σημάδια από τις πληγές είναι ακόμα εδώ. Εσωτερικά, εξωτερικά. Ιδίως από τη στιγμή που δεν έχουμε ακόμα δει δικαιοσύνη. Νιώθεις λοιπόν ότι πραγματικά δεν αξίζεις τίποτα σ’ αυτή τη χώρα»…
Τα λόγια του 42χρονου κατοίκου της Βηρυτού, Ομαρ Ζέιρ, στο Reuters απηχούν τον πόνο, την πίκρα και την οργή που βράζει ακόμα στην πλειονότητα του φτωχοποιημένου λαού του Λιβάνου -και ειδικά των οικογενειών των θυμάτων- από την κατάφωρη αδικία και την εξωφρενική ατιμωρησία των υψηλά ιστάμενων υπευθύνων, δύο ολόκληρα χρόνια μετά τη φονική έκρηξη στο λιμάνι της λιβανέζικης πρωτεύουσας· μια από τις μεγαλύτερες μη πυρηνικές εκρήξεις στα χρονικά, που προκλήθηκε από ανάφλεξη στα τεράστια σιλό όπου βρίσκονταν αποθηκευμένοι -και παρατημένοι από το 2013- σχεδόν 3.000 τόνοι νιτρικού αμμωνίου.
Το τρομερό ωστικό κύμα σκότωσε τουλάχιστον 220 ανθρώπους, τραυμάτισε περίπου 6.500, ρήμαξε πολλές γειτονιές της πόλης και τη ζωή αμέτρητων πολιτών. Η δε πολιτική ελίτ -που έχει χαντακώσει τη χώρα, βυθίζοντάς την σε παρατεταμένη οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση- εξακολουθεί να συγκαλύπτει τις εγκληματικές της ευθύνες για την τραγωδία, παρεμποδίζοντας και σταματώντας τελικά τη δικαστική έρευνα.
Από ειρωνεία της τύχης, η πολιτική σήψη και η κοινωνικο-οικονομική κατάρρευση του Λιβάνου αντικατοπτρίστηκε σημειολογικά χθες, ανήμερα της δεύτερης μαύρης επετείου της έκρηξης, όταν τμήματα από τα κουφάρια των σιλό στο λιμάνι της Βηρυτού σωριάστηκαν για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες, ως αποτέλεσμα νέας φωτιάς που ξέσπασε την περασμένη βδομάδα από τη ζύμωση υπολειμμάτων σιτηρών τα οποία είχαν ξεμείνει μετά την έκρηξη της 4ης Αυγούστου 2020 και άρχισαν να αναφλέγονται μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού.
Εκείνη την ώρα μάλιστα πλήθος επιζώντων και συγγενών όχι μόνο των νεκρών αλλά και των σακατεμένων από την τραγωδία μαζί με χιλιάδες συμπολίτες τους συγκεντρώνονταν στο λιμάνι, στο πλαίσιο πορείας μνήμης αλλά και έντονης διαμαρτυρίας κατά της (ζάπλουτης σε μεγάλο βαθμό) πολιτικής τάξης της χώρας την οποία κατηγορούν για συστηματική διαφθορά, χρόνια κακοδιαχείριση και εγκληματική αμέλεια που οδήγησαν συνδυαστικά στην έκρηξη.
«Βλέπω το ίδιο θέαμα, σχεδόν από το ίδιο σημείο, μετά από δύο χρόνια. Είναι τραυματικό», έλεγε βουρκωμένη στο Γαλλικό Πρακτορείο η 30χρονη Λάμα Χάσεμ. «Αυτό που συνέβη δεν ήταν σφάλμα, ήταν σφαγή. Αφάνισε μια ολόκληρη πόλη», κατήγγειλε στο Reuters 27χρονη Λιβανέζα που ζει στον Καναδά αλλά επέστρεψε προσωρινά στην πατρίδα της και συμμετείχε στη διαδήλωση.
Σημειωτέον πως η λιβανέζικη κυβέρνηση επιδιώκει να γκρεμίσει τα εναπομείναντα σιλό (τον τόπο του μαζικού εγκλήματος πρακτικά) επικαλούμενη την επικινδυνότητά τους, με τους συγγενείς των αδικοχαμένων όμως να επιζητούν να παραμείνουν όρθια ως μακάβριο μνημείο της τραγωδίας.
Η λαϊκή κατακραυγή ήταν και πάλι έκδηλη. Αποκαρδιωμένοι και εξοργισμένοι, πολλοί φορούσαν μπλούζες με κόκκινα σαν ματωμένα αποτυπώματα χεριών. Αλλοι κρατούσαν λευκά φέρετρα με ονόματα θυμάτων. Αλλοι ψεύτικες κρεμάλες. Πολλοί έβριζαν τους κυβερνώντες, συγκρίνοντάς τους με μαφία λόγω της ομερτά που επικρατεί στις τάξεις τους.
Μ’ ένα στόμα μια φωνή, όλοι τους απαιτούσαν δικαιοσύνη και τιμωρία των ενόχων, ακόμα κι αν βρίσκονται στα υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας. Οι ευθύνες βέβαια γίνονται… μπαλάκι, με τους υπόλογους -πολιτικά και ποινικά- να το πετούν ο ένας στον άλλον. «Ανώτατοι Λιβανέζοι αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου της χώρας, Μισέλ Αούν, και του τότε πρωθυπουργού, Χάσαν Ντιάμπ, γνώριζαν για το φορτίο» νιτρικού αμμωνίου, θύμιζε το Reuters.
«Ο Αούν είχε αναφέρει λίγο μετά την έκρηξη πως είχε πει στους επικεφαλής ασφαλείας να “κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο”, έχοντας ενημερωθεί για τα χημικά. Ο Ντιάμπ είχε πει ότι έχει τη συνείδησή του καθαρή. H Human Rights Watch είχε αναφέρει σε περσινή της έκθεση ότι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης και των υπηρεσιών ασφαλείας “είχαν δει εκ των προτέρων την απειλή για απώλεια ζωής […] και σιωπηρά αποδέχτηκαν το ρίσκο της πρόκλησης θανάτων”»…
«Κανένας κορυφαίος πολιτικός δεν έχει ζητήσει συγγνώμη από τους Λιβανέζους», σημείωνε το Associated Press. «Επίσημη αλληλογραφία ανάμεσα σε πολιτικούς, αξιωματούχους ασφαλείας και δικαστικούς έχει αποκαλύψει ότι πολλοί ήξεραν για τις επικίνδυνες ουσίες που ήταν αποθηκευμένες στο λιμάνι, χωρίς να αναλάβουν ουσιαστική δράση για να τις απομακρύνουν».
Η εγχώρια δικαστική έρευνα έχει παγώσει από τις αρχές του 2022, κυρίως λόγω κραυγαλέων πολιτικών παρεμβάσεων και το απανωτό ξήλωμα των δύο επικεφαλής δικαστών που τόλμησαν να προσπαθήσουν να ανακρίνουν και να απαγγείλουν κατηγορίες σε βάρος κορυφαίων αξιωματούχων, δεχόμενοι ακόμα και απειλές. Ειδικά ο δεύτερος αποπεμφθείς δικαστής, Τάρεκ Μπιτάρ, στοχοποιήθηκε από την πανίσχυρη Χεζμπολάχ που τον στηλίτευσε προσχηματικά για μεροληψία και πολιτικοποίηση της έρευνας.
Ζητώντας να φτάσει επιτέλους το μαχαίρι στο κόκαλο, επιζώντες, οικογένειες θυμάτων και οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία και η Human Rights Watch, πιέζουν το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ να παρέμβει και να ξεκινήσει ανεξάρτητη διεθνή έρευνα για την τρομερή έκρηξη. Καλούν επίσης τη Γαλλία να παρέμβει (ως πρώην αποικιοκρατική δύναμη στον Λίβανο), εξ ου και η χθεσινή πορεία έφτασε και στη γαλλική πρεσβεία στη Βηρυτό. «Μιλώντας στο πλευρό των διαδηλωτών», επισήμαινε το Γαλλικό Πρακτορείο, «η ερευνήτρια της Human Rights Watch, Αγια Μαζούμπ, δήλωσε πως η Γαλλία έχει μπλοκάρει τις προσπάθειες να διεξαχθεί ανεξάρτητη έρευνα για πολιτικούς λόγους»…
«Η τάξη των κυβερνώντων μάς σκοτώνει κάθε μέρα. Αν δεν πεθάναμε στην έκρηξη, πεθαίνουμε από πείνα, από έλλειψη βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων», κατήγγειλε με τη σειρά της η Τατιάνα Χασρούτι, που έχει χάσει τον πατέρα της. Η κατάσταση στη χώρα παραμένει τραγική, με τα τρία τέταρτα των κατοίκων της να ζουν στη φτώχεια. Βασικές υπηρεσίες, όπως η ηλεκτροδότηση, υπολειτουργούν σε μόνιμη βάση, με τις διακοπές ρεύματος να φτάνουν ακόμα και τις 23 ώρες το 24ωρο! Παράλληλα μαίνεται και επισιτιστική κρίση – γι’ αυτό και το πρώτο πλοίο που αναχώρησε από την Ουκρανία, μεταφέροντας 26.000 τόνους καλαμποκιού, έχει τελικό προορισμό τον Λίβανο.
