Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο Ιράν διασκευάζουν βιαστικά στη γλώσσα τους τον ύμνο των Ιταλών παρτιζάνων, το «Bella Ciao». Στην Ιταλία λίγες μέρες πριν από τις προχθεσινές εκλογές, που έφεραν πρώτο σε ποσοστά το ακραία συντηρητικό, μεταφασιστικό για την ακρίβεια κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας (Fratelli d’Italia) της Τζόρτζια Μελόνι, η ποπ σταρ Λάουρα Παουζίνι αρνήθηκε να ερμηνεύσει το «Bella Ciao» σε δημοφιλές τηλεπαιχνίδι, γιατί είναι όπως είπε «πολύ πολύ πολιτικό».

Οποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά κι από προχθές τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ιταλία εξηγούν γιατί η Παουζίνι προτίμησε να αποφύγει τον πιο γνωστό αντιφασιστικό ύμνο στον κόσμο – για να μην εκθέσει τη δημοφιλία της προφανώς. Η συντηρητική συμμαχία εξασφαλίζει 44%, με τα «σύμμαχα» Αδέλφια της Ιταλίας να αναδεικνύονται με 26,1% η πρώτη προτίμηση των Ιταλών ψηφοφόρων στον συνασπισμό τους με τη Λέγκα του 8,8% και το Φόρτσα Ιτάλια του 8,2%.

Την ανάλυση της εκλογικής ψήφου σε μια Ευρώπη που έχει να «καταμετρήσει» ακόμα την εξαιρετικά καλή πορεία της Λεπέν στις γαλλικές εκλογές, το ακροδεξιό 20% στη Σουηδία και την παρουσία του Ορμπαν στην Ουγγαρία δεν θα την κάνουμε εμείς. Ο πολιτισμός περισσότερο θυμίζει, κάνει συνειρμούς ή προειδοποιεί.

Εξι χρόνια έχουν περάσει από τον θάνατο του «αναρχικού» γελωτοποιού, κορυφαίου συγγραφέα και νομπελίστα Λογοτεχνίας (το 1997) Ντάριο Φο, ενός ανθρώπου που, όπως και η σύντροφός του και περίφημη ηθοποιός και συν-δραματουργός Φράνκα Ράμε, είχε πληρώσει με προσωπικό κόστος τον αγώνα ενάντια στις ακροδεξιές ιδέες και πρακτικές (και περισσότερο βέβαια η Ράμε που απήχθη, βασανίστηκε και βιάσθηκε από νεοφασίστες το 1973).

Να θυμηθούμε ένα απόσπασμα από την ομιλία του Ντάριο Φο στη Σουηδική Ακαδημία το ’97; Ενα απόσπασμα που μίλαγε περί ιστορικής άγνοιας; «Πρόσφατα, πήρα μέρος σε μια μεγάλη συνδιάσκεψη με πολλούς ανθρώπους. Προσπάθησα εκεί να εξηγήσω, ιδίως στους νέους, τις λεπτομέρειες μιας δικαστικής υπόθεσης στην Ιταλία. Εγιναν επτά δίκες που στο τέλος τους τρεις αριστεροί Ιταλοί πολιτικοί καταδικάστηκαν ο καθένας σε φυλάκιση 21 ετών, επειδή δολοφόνησαν έναν αξιωματικό της αστυνομίας.

Μελέτησα τα στοιχεία -όπως όταν προετοίμαζα τον “Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού”- και στη συνδιάσκεψη ανέφερα τα στοιχεία της υπόθεσης, που είναι πράγματι παράλογα, αν δεν θυμίζουν φάρσα. Αλλά ξαφνικά διαπίστωσα ότι μιλούσα σε κουφούς, για τον απλό λόγο ότι οι ακροατές μου αγνοούσαν όχι μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και το τι συνέβαινε πριν από πέντε ή δέκα χρόνια: τη βία, την τρομοκρατία. Δεν ήξεραν τίποτε για τις σφαγές που έγιναν στην Ιταλία, τις βόμβες που εξερράγησαν στα τρένα, τις βόμβες στις πλατείες ή τις δικαστικές φάρσες που διαδραματίζονται έκτοτε.

Το τρομερά δύσκολο είναι πως για να μιλήσουμε για ό,τι συμβαίνει σήμερα, πρέπει να αρχίσουμε από το τι συνέβη πριν από τριάντα χρόνια και ύστερα να πλησιάζουμε στο σήμερα. Δεν αρκεί να μιλούμε για το παρόν. Και προσέξτε: αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ιταλία – το ίδιο συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη. Προσπάθησα στην Ισπανία και συνάντησα την ίδια δυσκολία -το ίδιο στη Γαλλία και στη Γερμανία-, δεν ξέρω για τη Σουηδία, αλλά θα δοκιμάσω», έλεγε ο Φο, μάλλον ανατριχιαστικά προφητικός όπως αποδεικνύεται τώρα. Στην ίδια ομιλία επισήμαινε και κάποιους υπεύθυνους γι’ αυτή τη λήθη: «Αυτή η άγνοια των νέων τούς έχει μεταβιβαστεί από εκείνους που έχουν αναλάβει να τους μορφώσουν και να τους διδάξουν: όταν μιλάμε για άγνοια και μη ενημέρωση, πρώτοι υπεύθυνοι είναι οι δάσκαλοι και οι άλλοι εκπαιδευτικοί», έλεγε. Κι ακόμα: «Οι νέοι εύκολα υποκύπτουν στον βομβαρδισμό από ανούσιες κοινοτοπίες και χυδαιότητες που καθημερινά τους σερβίρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης».

Μια άλλη περίπτωση ασυμβίβαστου καλλιτεχνικού πνεύματος ήταν ο Τζόρτζιο Γκάμπερ, που δραστηριοποιούνταν την ίδια εποχή με τον Ντάριο Φο. Σλοβενικής καταγωγής, είχε γεννηθεί στο Μιλάνο κι εκεί, στο περίφημο «Πίκολο Τεάτρο» τη δεκαετία του ’70, πρωταγωνίστησε ως «Κύριος Τζι» (Il signor G) σε θεάματα κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού, που μέσα από παρλάτες και τραγούδι εισήγαγαν και το είδος αυτού του ιδιότυπου «θεατρικού τραγουδιού» ή και «τραγουδιστικού θεάτρου». Από την ειρωνεία του Γκάμπερ δεν γλίτωνε βέβαια ούτε η Αριστερά, με χαρακτηριστική περίπτωση ίσως το γνωστότερο τραγούδι του «Κάποιος ήταν κομμουνιστής».

Ο Γκάμπερ πέθανε το 2003, μόλις στα 64 του χρόνια, αλλά δύο χρόνια νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ «La mia generazione ha perso» («Η γενιά μου έχασε»), ενώ μετά θάνατον θα ακολουθούσε και το κύκνειο άσμα του «Io non mi sento italiano» («Εγώ δεν αισθάνομαι Ιταλός», 2003). Στην ήττα της γενιάς του πάντως είχε συμπεριλάβει ένα από τα διασημότερα τραγούδια του, το «Destra-Sinistra» («Δεξιά-Αριστερά»), όπου με πολύ χιούμορ απαριθμούσε επουσιώδεις διαφορές και προειδοποιούσε ότι ο «κόσμος είναι ελάχιστα σοβαρός όταν μιλά για την Αριστερά ή τη Δεξιά». Να θυμηθούμε και κάποιους από τους στίχους του Γκάμπερ (σε μετάφραση Χρήστου Αλεξανδρίδη);

«Ολοι μας τα βάζουμε με την Ιστορία,

εγώ όμως λέω πως εμείς φταίμε,

είναι φανερό πως ο κόσμος είναι ελάχιστα σοβαρός

όταν μιλά για την Αριστερά ή τη Δεξιά.

Μα τι είναι η Δεξιά, τι είναι η Αριστερά;

Το να κάνεις μπάνιο μες στην μπανιέρα είναι της Δεξιάς,

όμως το ντους είναι της Αριστεράς,

ένα πακέτο Μάρλμπορο είναι της Δεξιάς,

το λαθρεμπόριο τσιγάρων είναι της Αριστεράς.

Μια καλή μινεστρίνα είναι της Δεξιάς,

το μινεστρόνε είναι πάντα της Αριστεράς,

όλα τα φιλμ που γυρίζονται σήμερα είναι της Δεξιάς,

εάν προκαλούν πλήξη είναι της Αριστεράς.

Τα αθλητικά παπούτσια

έχουν ακόμη ένα γούστο λίγο της Δεξιάς,

αλλά το να τα φοράς βρόμικα και με λυμένα κορδόνια

είναι μάλλον για ηλιθίους παρά της Αριστεράς.

Το μπλουτζίν, που είναι σήμα κατατεθέν της Αριστεράς,

φορεμένο με σακάκι πάει προς τα δεξιά,

το κοντσέρτο μες στο στάδιο είναι της Αριστεράς,

οι τιμές όμως είναι λίγο της Δεξιάς.

Η φιλελεύθερη σκέψη είναι της Δεξιάς,

τώρα βολεύει και την Αριστερά,

δεν ξέρουμε εάν η τύχη είναι της Δεξιάς,

αλλά η γκαντεμιά είναι πάντα της Αριστεράς.

Μα τι είναι η Δεξιά, τι είναι η Αριστερά;

Οι ρωμαλέες υψωμένες γροθιές

είναι μια παλιά συνήθεια της Αριστεράς,

ο φασιστικός χαιρετισμός στιλ δεκαετίας του ’20

χαρακτηρίζει τους μαλάκες και επιπλέον τη Δεξιά.(…)

Ολη η παλιά ηθικολογία είναι της Αριστεράς,

η έλλειψη ηθικής είναι της Δεξιάς,

ακόμη και ο Πάπας τελευταία

είναι λίγο της Αριστεράς,

τώρα είναι ο δαίμονας που έχει πάει στα δεξιά.

Η απάντηση των μαζών

είναι της Αριστεράς

με μια ελαφρά υποχώρηση στα δεξιά.

Είμαι βέβαιος ότι ο μπάσταρδος είναι της Αριστεράς,\

αλλά ο γιος της πουτάνας είναι της Δεξιάς.

Μία χειραφετημένη γυναίκα\

είναι της Αριστεράς,

όταν είναι επιφυλακτική είναι κιόλας

λίγο της Δεξιάς,

αλλά μια γκομενάρα παραμένει πάντα μια έλξη

που ταιριάζει τόσο στην Αριστερά\

όσο και στη Δεξιά.

Μα τι είναι η Δεξιά, τι είναι η Αριστερά;»

Προφητικός και ο μέγας Γκάμπερ; Στο ίδιο τραγούδι πάντως έλεγε κι αυτό: «Η ιδεολογία, η ιδεολογία, παρ’ όλα αυτά πιστεύω ακόμα ότι υπάρχει. Είναι το πάθος, η έμμονη ιδέα της διαφορετικότητάς σου, που για την ώρα δεν ξέρουμε πού έχει πάει, δεν ξέρουμε πού, δεν ξέρουμε πού».