Με τη δημοσιοποίηση του εντάλματος έρευνας του FBI στην έπαυλη του Ντόναλντ Τραμπ στο Μαρ-α-Λάγκο της Φλόριντα (όπου κατασχέθηκαν 11 ομάδες διαβαθμισμένων εγγράφων, ανάμεσά τους κάποια άκρως απόρρητα) έγινε γνωστό πως ο τέως πρόεδρος διερευνάται για παραβίαση του νόμου περί κατασκοπίας, αλλά και για τα αδικήματα της παρακώλυσης Δικαιοσύνης και της κακοδιαχείρισης κρατικών εγγράφων. Τόσο το υπουργείο Δικαιοσύνης όσο και η επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη διερεύνηση των εκτρόπων της 6ης Ιανουαρίου συνεχίζουν να ξετυλίγουν τον μίτο των προσπαθειών του να ανατρέψει το αποτέλεσμα των εκλογών του 2020, όπως και για την υποκίνηση της «εξέγερσης» των οπαδών του και της βίαιης εισβολής στο Καπιτώλιο.
Εισαγγελέας της Ατλάντα διερευνά μεθοδεύσεις του για αλλοιώσεις του εκλογικού αποτελέσματος στην Τζόρτζια και ανάμεσα στα άλλα ένα τηλεφώνημά του στον πολιτειακό γραμματέα Μπραντ Ραφενσπέργκερ για να τον πιέσει «να βρει αρκετές ψήφους» ώστε να ηττηθεί ο Τζο Μπάιντεν στην Πολιτεία. Στη δε Νέα Υόρκη η εισαγγελέας Λετίσια Τζέιμς έχει ανοίξει έρευνα για απάτες και φορολογικά αδικήματα στις επιχειρήσεις του ομίλου Τραμπ, υπόθεση για την οποία την Τρίτη εφετείο της Ουάσινγκτον αποφάνθηκε να δοθούν οι φορολογικές δηλώσεις του πρώην προέδρου στην Επιτροπή Προϋπολογισμού της Βουλής.
Οι δικαστικές περιπέτειες του Ντόναλντ Τραμπ δεν έχουν τέλος. Αλλά όσο περισσότερο αποκαλύπτονται τα σκάνδαλα και οι επιθέσεις του κατά των Δημοκρατικών, τόσο η βάση των Ρεπουμπλικανών τον ανταμείβει. Αν οι προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη των κομματικών υποψηφίων για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου είναι βαρόμετρο για την επιρροή του Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τότε το μόνο συμπέρασμα είναι πως έχει σαρώσει, την ώρα που υπολείπονται προκριματικές μόνο σε έξι Πολιτείες.
«Ο Τραμπ αποτελεί μια σπάνια περίπτωση ενός ηττημένου προέδρου που ασκεί τεράστια επιρροή στο κόμμα του, με ικανότητα να δίνει τέλος σε καριέρες (όπως έγινε με τη Λιζ Τσένι) ή και να μετατρέπει σε νικητές ώς τώρα άσημους υποψηφίους», έγραφαν οι New York Times αποκαλύπτοντας πως η επιτυχία των κομματικών υποψηφίων που έχει στηρίξει αγγίζει το 80%.
Σύμφωνα με την Ballotpedia, μια ψηφιακή εγκυκλοπαίδεια για τις αμερικανικές εκλογές, από τους 20 υποψηφίους για κυβερνήτες που στήριξε οι 15 κέρδισαν, μόνο τρεις έχασαν και οι άλλες δύο προκριματικές δεν έχουν γίνει ακόμη. Από τους 21 που ανακήρυξε «επίλεκτούς» του για τη Γερουσία ώς τώρα έχουν επικρατήσει οι 17. Ενώ από τους περίπου 140 που έχει δηλώσει πως στηρίζει για τη Βουλή των Αντιπροσώπων μόνο 5 έχουν χάσει ώς τώρα.
«Στην πραγματικότητα αυτές οι αναμετρήσεις δεν είναι ανάμεσα στην πτέρυγα των φιλο-τραμπικών και σε εκείνη των αντι-τραμπικών στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα», έγραφε η Εϊμι Γουόλτερ της πλατφόρμας ανάλυσης εκλογικών διαδικασιών The Cook Political Report, για τις περισσότερες αναμετρήσεις. «Τόσο σε στιλ όσο και σε ουσία, το σημερινό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα παραμένει το κόμμα του Τραμπ».
Στο κυνήγι των μηχανισμών
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως «επέλεξε και κατάφερε να νικήσουν υποψήφιοι που έχουν δώσει δείγματα ότι είναι πρόθυμοι να κάνουν εκλογική απάτη για να αποτρέψουν μια νίκη των Δημοκρατικών», σχολίαζε στους Νew York Times ο αναλυτής Ντέιβιντ Λέονχαρντ. Ιδίως για τις θέσεις των πολιτειακών γραμματέων, που επιτηρούν τις εκλογές, και των κυβερνητών, που επικυρώνουν τα αποτελέσματα.
Οπως συνέβη στο Γουαϊόμινγκ, όπου τις προκριματικές για το αξίωμα του πολιτειακού γραμματέα κέρδισε ο Τσακ Γκρέι, από τους πιο ένθερμους οπαδούς της θεωρίας περί νοθείας στις εκλογές του 2020. Ή στο Μίσιγκαν, όπου για το αντίστοιχο αξίωμα επικράτησε η Κριστίνα Καράμο, καθηγήτρια κολεγίου στο Ντιτρόιτ, που επιμένει πως ως παρατηρήτρια έγινε μάρτυρας νοθείας το 2020 (χωρίς ποτέ να το αποδείξει). Αλλά και στην Αριζόνα, όπου το χρίσμα για κυβερνήτη και για πολιτειακό γραμματέα κέρδισαν η Κάρι Λέικ και ο Μαρκ Φίντσεμ, που έχουν δηλώσει πως δεν θα είχαν επικυρώσει τη νίκη του Μπάιντεν στην Πολιτεία τους αν ήταν αυτοί υπεύθυνοι το 2020.
Υποψήφιοι με αυτές τις περγαμηνές αποτελούν τα δύο τρίτα όλων των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων για αξιώματα που έχουν ευθύνη για την έκβαση των εκλογών, σύμφωνα με την πλατφόρμα ανάλυσης εκλογικών δεδομένων FiveThirtyEight. Η δε πλειοψηφία αυτών των αρνητών που έχουν εξασφαλίσει το χρίσμα είναι σε Πολιτείες ή περιφέρειες που κλίνουν προς τους Ρεπουμπλικανούς, που σημαίνει ότι έχουν μεγάλες πιθανότητες να κερδίσουν το αξίωμα έναντι των Δημοκρατικών υποψηφίων.
Οπως σημείωνε η Washington Post, αν αυτοί οι πολιτικοί βρίσκονταν σε αυτές τις θέσεις εξουσίας το 2020 θα μπορούσαν να είχαν ανατρέψει το αποτέλεσμα και να αρνηθούν στον Μπάιντεν την προεδρία. Ή όπως πιο επεξηγηματικά είπε ο Φίντσεμ: «Θα είχαμε κερδίσει. Σκέτα και απλά».
Με όπλο ξανά τη βία
Επειτα από την έρευνα του FBI στην έπαυλή του στη Φλόριντα, ο Τραμπ μίλησε ξανά για κυνήγι μαγισσών εναντίον του. Αδραξε την ευκαιρία για να κεφαλαιοποιήσει την πολιτική κατάσταση, ισχυριζόμενος πως όλα γίνονται για να μην είναι υποψήφιος το 2024: μια ιδέα με την οποία φλερτάρει και μάλιστα πολλοί τον συμβουλεύουν να ανακοινώσει άμεσα ώστε να δυσχεράνει τις διώξεις εναντίον του.
Σε συνέντευξη στο Fox News υπονόησε πως οι πράκτορες «φύτεψαν» πλαστά αποδεικτικά στο σπίτι του, προειδοποιώντας ότι «το θερμόμετρο έχει ανέβει πολύ» και πως αν δεν μειωθεί η ένταση «θα συμβούν τρομακτικά πράγματα στη χώρα», τροφοδοτώντας μαζί με συμμάχους του πολιτικούς την οργή των οπαδών του. Οπως έκανε ο Κέβιν Μακάρθι, ηγέτης της ρεπουμπλικανικής μειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, που απείλησε ότι αν το κόμμα του κερδίσει την πλειοψηφία της Βουλής (κάτι αρκετά πιθανό) στις ενδιάμεσες, θα προσφύγει κατά του υπουργείου Δικαιοσύνης «που έχει κάνει την πόλωση». Ή ο γερουσιαστής της Φλόριντα Ρικ Σκοτ που συνέκρινε το FBI με την Γκεστάπο. Ενώ άλλοι έκαναν αναφορές για «μαρξιστικές δικτατορίες του Τρίτου Κόσμου» ή για «ένα FBI που επιχειρεί να εξολοθρεύσει τους πολιτικούς του εχθρούς».
Διαμορφώνουν κλίμα μαζί με τα φιλικά τους μίντια, τα οποία δίνουν βήμα σε «παράγοντες» για να κάνουν δηλώσεις του τύπου «δεν ζούμε πια σε μια συνταγματική δημοκρατία», για να απειλήσουν ότι «όταν ανακτήσουμε την εξουσία θα τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας» ή ακόμη και για να εκφοβίσουν με θεωρίες ότι «υπάρχουν φόβοι για μια απόπειρα δολοφονίας του Τραμπ».
Ολα αυτά συνιστούν πρόσκληση σε βίαιες αντιδράσεις. Ωρες αφότου έγινε γνωστή η έφοδος του FBI, οι αναφορές για «εμφύλιο» εκτοξεύτηκαν στο twitter, ενώ στα φόρουμ του Maga (αρχικά του «Ας κάνουμε ξανά μεγάλη την Αμερική», βασικό σύνθημα του Τραμπ) και των συνωμοσιολόγων του QAnon κυριάρχησαν η βίαιη ρητορική και οι απειλές για ένοπλες ταραχές. Το πιο συχνό μήνυμα σε αυτά είναι το στρατιωτικό παράγγελμα «Lock and load» (Γεμίστε και φορτίστε). Ενώ επαναλαμβάνονται φράσεις όπως «πότε θα αρχίσουμε να ρίχνουμε σφαίρες;», «το καλοκαίρι είναι για τα στρατόπεδα εξόντωσης», «αύριο θα έχουμε πόλεμο», «πάρτε τα όπλα σας».
Ο αριθμός και η επιθετικότητα των βίαιων απειλών σε ψηφιακές πλατφόρμες κατά ομοσπονδιακών αξιωματούχων και θεσμών αυξήθηκαν δραματικά αυτό το διάστημα, επισημαίνει κοινό εσωτερικό υπόμνημα του FBI και του υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας, που προειδοποιεί για την πιθανότητα «βίαιοι εσωτερικοί εξτρεμιστές» να προχωρήσουν σε επιθέσεις. Κάνουν μάλιστα ρητή αναφορά σε απειλή για τοποθέτηση βρόμικης βόμβας στην έδρα του FBI, ενώ οι αμερικανικές υπηρεσίες έχουν εντοπίσει και «απειλές και εκκλήσεις για στοχευμένη δολοφονία δικαστικών, αστυνομικών και κυβερνητικών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου του ομοσπονδιακού δικαστή που ενέκρινε το ένταλμα έρευνας στο Παλμ Μπιτς».
«Οι αναρτήσεις αυτών των ημερών είναι τόσο βίαιες όσο εκείνες που προηγήθηκαν της επιδρομής της 6ης Ιανουαρίου κατά του Καπιτωλίου», σχολίαζε ο δημοσιογράφος του NBC News Μπεν Κόλινς που παρακολουθεί τα ψηφιακά φόρουμ τα οποία υποστηρίζουν τον Τραμπ. «Ή και περισσότερο».
