Δημοσκοπικό «βατερλό» έφερε για τη βρετανική κυβέρνηση η νεκρανάσταση αποτυχημένων πολιτικών για υψηλές φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους, ψίχουλα για τη φτωχολογιά και μεγάλες απώλειες για τη μεσαία τάξη
Η νέα πρωθυπουργός της χώρας Λιζ Τρας και ο υπουργός Οικονομικών Κουάσι Κουαρτένγκ έκαναν την Παρασκευή τις σχετικές ανακοινώσεις στο πλαίσιο του συμπληρωματικού προϋπολογισμού, οι οποίες όπως ήταν αναμενόμενο δεν άρεσαν στην πλειονότητα των πολιτών.
Γκάλοπ του YouGov για τους Times αποτυπώνει ήδη την «βουτιά» στα ποσοστά των Συντηρητικών, που συγκεντρώνουν 28%, αλλά και την εκτίναξη των Εργατικών στο 45%.
Για πρώτη φορά εδώ και πάνω από 20 χρόνια το αντιπολιτευόμενο αριστερό κόμμα εμφανίζει προβάδισμα 17 μονάδων θυμίζοντας την μεγάλη νίκη τους επί ηγεσίας Μπλερ στις εκλογές του 2001.
Την ίδια ώρα επιφανείς οικονομολόγοι και τραπεζικά στελέχη προχωρούν σε προειδοποιήσεις προς το Λονδίνο κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου αν δεν αλλάξει ρότα σε ό,τι αφορά το οικονομικό πρόγραμμα. Η καταβαραθρωμένη επενδυτική εμπιστοσύνη στη Βρετανία θα ανακάμψει μόνο εάν ο Κουάρτενγκ ακυρώσει το σχέδιο, που προκάλεσε τέτοια αναταραχή στις χρηματοοικονομικές αγορές.
Η λίρα υποχώρησε στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 1,0327 δολαρίου χθες ενώ ξεπούλημα καταγράφηκε στα κρατικά ομόλογα καθώς επλήγη η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην νέα κυβέρνηση. Με την ελπίδα να τους καθησυχάσουν η Τράπεζα της Αγγλίας και το ΥΠ.ΟΙΚ. εξέδωσαν ανακοινώσεις μετά το κλείσιμο των χρηματιστηριακών αγορών του Λονδίνου, ενώ η κεντρική τράπεζα δήλωσε ότι δεν θα διστάσει να αυξήσει τα επιτόκια εάν χρειαστεί. Αυτό οδήγησε ακόμα χαμηλότερα τη λίρα. Οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων μειώθηκαν επίσης σημαντικά, αντιστρέφοντας, ωστόσο, μόνο ένα μέρος της ιστορικής αύξησης που κατέγραψαν την Παρασκευή και χθες.
Πολλοί από τους βουλευτές της επικρότησαν την επιστροφή σε δόγματα οικονομικής πολιτικής της δεκαετίας του 1980, ενώ άλλοι εξέφρασαν ανησυχίες για τον αντίκτυπο που θα έχει στα οικονομικά της κυβέρνησης, των εταιριών και των νοικοκυριών.
Ο Αμερικανός οικονομολόγος Λάρι Σάμερς δήλωσε ότι το πρώτο βήμα στην ανάκτηση της αξιοπιστίας δεν «είναι να πει κανείς απίστευτα πράγματα», μετά τις δηλώσεις του Κουάρτενγκ που άφησε να εννοηθεί ότι θα υπάρξουν περαιτέρω μειώσεις φόρων, επιπλέον των περικοπών ύψους 45 δισεκ. λιρών οι οποίες θα χρηματοδοτηθούν από το χρέος και τις οποίες ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα.
Ο Σάμερς, πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, κατέδειξε την αύξηση των επιτοκίων στο μακροπρόθεσμο βρετανικό χρέος ως μια «χαρακτηριστική κατάσταση όπου έχει χαθεί η αξιοπιστία» και δήλωσε ότι η κρίση θα επηρεάσει τη βιωσιμότητα του Λονδίνου ως παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κέντρου.
Ο οικονομολόγος Άλαν Μονκς από την J.P. Morgan δήλωσε ότι η ανακοίνωση που εξέδωσαν η Τράπεζα της Αγγλίας και το υπουργείο Οικονομικών ήταν «μετρημένη». «Αλλά και πάλι δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι η πηγή του προβλήματος -η δημοσιονομική στρατηγική της κυβέρνησης- αντιστρέφεται ή επανεξετάζεται», δήλωσε ο Μονκς. «Αυτό θα χρειαστεί να συμβεί πριν από τον Νοέμβριο προκειμένου να αποφευχθεί μια πολύ χειρότερη έκβαση για την οικονομία».
