Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ήταν από τις πλέον διχαστικές φιγούρες όσο ζούσε. Στη Δύση σχεδόν θεοποιήθηκε κι ακόμα δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν αυτό οφείλεται περισσότερο στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου και στην αποφυγή ενός πυρηνικού ολέθρου ή στο ότι έβαλε ταφόπλακα (το αν έγινε από πρόθεση ή όχι αποτελεί ακόμα αντικείμενο έντονων συζητήσεων) στον κομμουνισμό ή, τέλος πάντων, στη σοβιετική εκδοχή του και οδήγησε στη διάλυση μιας χώρας-υπερδύναμης. Στη Ρωσία, αντίθετα, τον θεωρούσαν καταστροφέα και προδότη.
Αυτή η διάσταση απόψεων φάνηκε περίτρανα και στον θάνατό του. Σύσσωμοι πρώην και εν ενεργεία ηγέτες, από τον Τζο Μπάιντεν μέχρι τον Μπόρις Τζόνσον και από την Άνγκελα Μέρκελ μέχρι τον Χένρι Κίσινγκερ και τον γ.γ. του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, θρήνησαν την απώλειά του και έπλεξαν το εγκώμιο του ανθρώπου που συνέβαλε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου και στη δημιουργία ενός πιο «ελεύθερου» και «δημοκρατικού» κόσμου. Στην πρώην ΕΣΣΔ όμως και ειδικότερα στη Ρωσία οι καμπάνες δεν ήχησαν τόσο πένθιμα.
Με ένα ιδιαίτερα προσεκτικό και «ζυγισμένο» μήνυμα, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, που στο παρελθόν είχε χαρακτηρίσει τη διάλυση της ΕΣΣΔ το «μεγαλύτερο γεωπολιτικό έγκλημα του 20ού αιώνα», δήλωσε πως ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ είχε «τεράστια επίδραση στον ρου της παγκόσμιας Ιστορίας», προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι «καθοδήγησε τη χώρα μας στη διάρκεια μιας περιόδου πολύπλοκων και δραματικών αλλαγών και μεγάλων προκλήσεων στην εξωτερική πολιτική, οικονομικών και κοινωνικών».
Αλλά ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ ήταν λιγότερο «προσεκτικός». «Ήθελε ειλικρινά να πιστέψει πως ο Ψυχρός Πόλεμος θα τελείωνε και πως θα οδηγούσε σε μια περίοδο αέναου ειδυλλίου ανάμεσα σε μια νέα Σοβιετική Ενωση και τον κόσμο, τη Δύση», είπε χθες σε ομιλία του σε φόρουμ στη Μόσχα. «Ο ρομαντισμός δεν είχε βάση», συνέχισε. «Δεν υπήρξε καμία ρομαντική περίοδος, ο μήνας του μέλιτος δεν εκπληρώθηκε και η αιμοδιψία των αντιπάλων μας έδειξε το πρόσωπό της. Είναι καλό ότι το συνειδητοποιήσαμε εγκαίρως και το κατανοήσαμε».
Ο Ντμίτρι Μουρατόφ, ο βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης -όπως και ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ- διευθυντής της αντικυβερνητικής εφημερίδας «Νόβαγια Γκαζέτα» που μετά την εισβολή στην Ουκρανία ανέστειλε την έκδοσή της, θρήνησε για το τέλος του «δώρου» της «ειρήνης» και της «ελευθερίας» που πρόσφερε ο τελευταίος πρόεδρος της ΕΣΣΔ, λέγοντας πως «δεν θα υπάρξουν άλλα τέτοια δώρα». Αντίθετα, το κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο RIA Novosti σχολίασε σε στήλη του πως «οι καλές προθέσεις» ενός εθνικού ηγέτη μπορούν να «μετατρέψουν σε επίγεια κόλαση μια ολόκληρη χώρα».
Αυτό το αίσθημα φαίνεται πως είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στη Ρωσία. Όπως έγραφε χθες σε άρθρο του στην Guardian ο δημοσιογράφος Πιοτρ Σάουερ, «σε δημοσκόπηση του 2021, το 70% των Ρώσων απάντησε πως η χώρα τους ακολούθησε λάθος κατεύθυνση κατά τη διάρκεια της θητείας του, ενώ νωρίτερα σε έρευνα του κρατικού ινστιτούτου δημοσκοπήσεων είχε καταχωρηθεί ως ο πιο μισητός Ρώσος ηγέτης του περασμένου αιώνα».
Ένας άλλος Ρώσος δημοσιογράφος, ο Ανατόλι Βερμπίν του Reuters, σε μια κατά τα άλλα εκθειαστική ανάλυσή του για την προσωπικότητα του Γκορμπατσόφ, παραδεχόταν τα ακόλουθα: «Μιλώντας με εθνικούς όρους, η αποτυχία του ήταν μεγάλη. Οι μεταρρυθμίσεις της “περεστρόικα” δεν κατόρθωσαν να ενδυναμώσουν και να διατηρήσουν την ακεραιότητα της Σοβιετικής Ένωσης. Η ελευθερία της έκφρασης -η “γκλάσνοστ”- που διακήρυξε εξαϋλώθηκε για τους πολίτες των περισσότερων πρώην σοβιετικών κρατών, ιδίως της Ρωσίας όπου η αυταρχική ηγεσία της δείχνει ελάχιστη ή καθόλου ανοχή απέναντι στην αντιπολίτευση».
