«Εχουμε ιδιαίτερα τάγματα για την προστασία της δημόσιας ζωής: τα μεν αποκαλούνται “Τάγματα κυνηγών”, με σκοπό δήθεν τη δίωξη της ληστείας· τα δε, “Δημοκρατικά Τάγματα”, με σκοπό δήθεν την προστασία της Δημοκρατίας. Τα πρώτα διοικούνται από πραιτωριανούς του Κονδύλη, τα δεύτερα από πραιτωριανούς του Πάγκαλου. Και οι δυο Ηρακλείς, ενώ είναι υπουργοί στην κυβέρνηση Παπαναστασίου, καραδοκούν πότε θα στραβοπατήσει, για να επέμβουν “υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος…” […] Υστερα από την Κέρκυρα και την Πάτρα, εγκαταστάθηκε και στην Αθήνα η αγγλοπρεπής “Αστυνομία Πόλεων”. Η Χωροφυλακή περιορίζεται. Θεωρείται πολύ “σικ” να σε έχει συλλάβει η “Αστυνομία Πόλεων”. Τα κρατητήριά της μυρίζουν άρωμα, ενώ της χωροφυλακής ποδαρίλα – τα γνώρισα για λίγες ώρες…».
Τα παραπάνω είναι δύο καταχωρίσεις (20 Ιουλίου και 5 Αυγούστου 1924) στο «Ημερολόγιο του Τρύφωνα Ιωαννίδη» (ενός από τους χαρακτήρες στο μυθιστόρημα «Τα Παιδιά της Νιόβης» του Τάσου Αθανασιάδη), των οποίων οι πληροφορίες ανταποκρίνονται, βέβαια, στην ιστορική πραγματικότητα. Ακριβώς τα ως άνω πυρηνικά στοιχεία παρουσιάζει διεξοδικά το ανά χείρας πόνημα, εμφανιζόμενο σε έναν χώρο σχεδόν αχαρτογράφητο, δεδομένου ότι η ιστορική μελέτη των εγχώριων σωμάτων ασφαλείας υφίστατο μέχρι τούδε ως «αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης των ίδιων των σωμάτων και των αξιωματικών τους», όπως υποσημειώνει ο συγγραφέας.
Η εγκατάσταση της «Αστυνομίας Πόλεων» στην Ελλάδα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν επιβεβλημένη. Τον Νοέμβριο του 1922, δύο μόλις μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Νορβηγός διπλωμάτης Φρίντγιοφ Νάνσεν επεσήμαινε με υπόμνημά του στην «Κοινωνία των Εθνών» ότι οι πρόσφυγες θα μπορούσαν να απειλήσουν την κοινωνική και οικονομική σταθερότητα όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και των γειτονικών χωρών της Εγγύς Ανατολής. Συνυπολογιζομένων δε, αφ’ ενός, της ακόμη τότε ακμάζουσας ληστοκρατίας και, αφ’ ετέρου, της ιδιομορφίας της Ελλάδας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, ως προς το γεγονός ότι στον χώρο των θυμάτων πολέμου κυριάρχησε το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα (εναντίον του οποίου είχε συσταθεί και ειδικό Τμήμα Δίωξης), οπότε χρειαζόταν άμεσα μια ισχυρή αναχαίτιση της ριζοσπαστικοποίησης, εύκολα γίνεται κατανοητό γιατί «το μονοπώλιο της βίας» έπρεπε απαραιτήτως να περάσει στα χέρια του κράτους.
Ο συγγραφέας της ανά χείρας μελέτης (επιμελημένη μορφή της Διδακτορικής Διατριβής του) εστίασε πρωτίστως στην κοινωνικοπολιτική ιστορία της ελληνικής αστυνομίας και δευτερευόντως στη θεσμική, κάτι το οποίο γίνεται φανερό και από τις φράσεις που επέλεξε για να τιτλοφορήσει τα κεφάλαιά του: «Η αστυνόμευση πριν την αστυνομία», «Η πόλις είναι πλέον μια έννοια νέα», «Η συγκρότηση της αστυνομικής μνήμης», «Ασφάλεια: τεχνικές παράμετροι», «Πεδία εφαρμογής του νέου παραδείγματος αστυνόμευσης: ναρκωτικά, λέσχες, πορνεία», «“Κατοπτεύσεις παντός και πάσης”», «Το τρίτο επίπεδο κυκλοφορίας των πληροφοριών», «Η σκοτεινή περίοδος και το άοπλο», «Πολιτσμάνοι στη Σχολή και τη δουλειά», «Και αν φύγῃ ο Κουκ, δεν πρόκειται να συμβῄ κανένα κακό» (λόγια του Ελευθ. Βενιζέλου, τραγικά ειρωνική παραπομπή στην απόπειρα δολοφονίας του, οργανωθείσα από την Αστυνομία, την οποία ο ίδιος είχε πάρει την πρωτοβουλία να δημιουργήσει!)

Η βρετανική αποστολή (ο Βενιζέλος προσανατολιζόταν στη μετάκλησή της ήδη από το 1917) συνεργάστηκε με σημαντικά στελέχη (όπως, επί παραδείγματι, ήταν ο Κωνσταντίνος Γαρδίκας, καθηγητής της Νομικής και ένας εκ των εμπνευστών της Ιντερπόλ, θεωρούμενος, επιπλέον, ως ο «πατέρας της εγκληματολογίας» στην Ελλάδα) και όρισε εξαρχής τον «ουσιωδέστερο λόγο δημιουργίας ενός πολιτικού σώματος αστυνόμευσης», που δεν ήταν άλλος από την ανάγκη καλλιέργειας «μάλλον φιλικών σχέσεων και συμπαθείας, μεταξύ της αστυνομίας και των πολιτών» (στόχος άμεσα συνδεόμενος με τις απαιτούμενες από έναν αστυνομικό (περιπολίας) αρετές, όπως αυτές εμφανίζονται στον παρόντα τίτλο), κάτι το οποίο δυσχεραινόταν μέχρι τότε από το γεγονός ότι «αστυνομικά καθήκοντα εκτελεί δύναμις σώματος Στρατιωτικού» (δηλαδή, η «ημιστρατιωτική» Χωροφυλακή, στην οποία θήτευαν οπλίτες), υποκειμένου, συν τοις άλλοις, «εις συχνάς μεταθέσεις».
Στις πολυεπίπεδες κοινωνικοπολιτικές αντιπαραθέσεις που αναφέρθηκαν εδώ νωρίτερα, και οι οποίες κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη «επαγγελματοποίησης της αστυνόμευσης», κεντρικό ρόλο έπαιξε η ανάπτυξη των ίδιων των αστικών κέντρων καθεαυτά, τόσο στις υπόλοιπες χώρες της Δύσης όσο και στην Ελλάδα. Στο σχετικό ερευνητικό υλικό, μάλιστα, ο Αχιλλέας Φωτάκης συμπεριλαμβάνει (ορθόν και επαινετέον) χωρία από λογοτεχνικά κείμενα ή δημοσιογραφικά άρθρα πεζογράφων και ποιητών, Ελλήνων και ξένων, που αποτελούν συχνά έγκυρες (πραγματολογικές) μαρτυρίες, όπως, επί παραδείγματι, το ακόλουθο του Ζαχαρία Παπαντωνίου: «Η πόλις είναι πλέον μια έννοια νέα. Ενοχλήσεις, δικαιώματα καθήκοντα, πταίσματα, αγαθόν και κακόν σε μια πόλι σημερινήν είναι εντελώς σύγχρονα πράγματα».
Εντελώς «σύγχρονο πράγμα» ήταν και η πεζή περιπολία, η οποία υπήρξε η «καρδιά» του συστήματος αστυνόμευσης (και) στην Ελλάδα (το άλλο μισό των καθηκόντων τάξης αφορούσε την ασφάλεια), όπως διαπιστώνει ο ερευνητής, εξ ου και αφιερώνει αρκετές σελίδες στους κανόνες διεξαγωγής της, σύμφωνα πάντοτε με τα πρότυπα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου (και των άοπλων bobbies), η οποία διέθετε πείρα δεκαετιών. (Ο εξοπλισμός της ελληνικής αστυνομίας, ο οποίος και την αποδέσμευσε οριστικά από τη βρετανική πατρωνία, ίσχυσε από το 1929 και έκτοτε εδραίωσε ένα ελληνικό μοντέλο αστυνόμευσης «στο πλαίσιο της ρητορικής περί κομμουνιστικού κινδύνου»).
Ο συγγραφέας παρουσιάζει ελκυστικά το υλικό του: χρήσιμες πληροφορίες για πράγματα θεωρούμενα σήμερα δεδομένα, όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα ή η φωτογραφία «mugshot», συνδυάζονται με, ευτράπελες ή μη, ενθυμήσεις από αστυ/χωροφύλακες στις παλιές ελληνικές ταινίες, αλλά και με επικινδύνως σοβαρά ζητήματα όπως οι μυστικές υπηρεσίες, το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι ή η προαναφερθείσα απόπειρα της 6.6.1933…
