ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγες μέρες, ο ποιητής Ντίνος Σιώτης έγραψε ένα φαινομενικά νοσταλγικό κείμενο για τη γιορτή της Παναγίας της Τήνου τα χρόνια που ήταν παιδί και έφηβος. Χρησιμοποιώ τη λέξη «φαινομενικά» γιατί ο συγγραφέας με τις καλά μελετημένες λέξεις του χρησιμοποίησε το «χθες» για να μας δώσει τη δυνατότητα να ζυγίσουμε το «σήμερα». Ετσι, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του κειμένου του βραβευμένου ποιητή, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν τα βήματα που έγιναν τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν δρασκελιές προς την πρόοδο ή βήμα σημειωτόν, που με άλλοθι την πρόοδο οδήγησε σε μια αδιέξοδη πορεία που στο τέρμα της περιμένει χαμογελώντας χαιρέκακα η ισοπέδωση.

Θα σταθώ στο πανηγύρι της Τήνου. Οι μνήμες μου ξεκινούν από τη δεκαετία του ΄60. Το νησί περίμενε τις μέρες αυτές για να πάρει μια οικονομική ανάσα και με γενναιοδωρία πρόσφερε την ευκαιρία σε δεκάδες μικρεμπόρους που συνέρρεαν από όλες τις γωνιές του τόπου να ανασάνουν μαζί του. Οι επιχειρήσεις στον παλιό δρόμο της Παναγίας αλλά και στο νησί βρίσκονταν στα χέρια Τηνίων επαγγελματιών. Ηταν τόσο ισχυρό το τοπικό οικονομικό στοιχείο ώστε τα μαγαζιά, οι μαγαζάτορες, ακόμα και οι γεωργοί που πουλούσαν την παραγωγή τους, είχαν υποκαταστήσει τα ονόματα των δρόμων και πλατειών στις οδηγίες των ντόπιων στους επισκέπτες. Δεν έλεγαν «είναι στην οδό Ευαγγελίστριας» αλλά «δίπλα στο εμπορικό του Βαγγέλη».

Για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις: Η εντοπιότητα στην οικονομία δεν ταυτίζεται με την οικονομική ισορροπία. Αντίθετα. Στις περισσότερες τοπικές οικονομίες προκαλεί στρεβλώσεις, αποκλεισμούς, υψηλές τιμές και κάθε είδους εξαρτήσεις. Ομως η ισχυρή παρουσία του τοπικού στοιχείου σε μια αγορά επιδρά και επηρεάζει όλες τις πτυχές της κοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής, ακόμα και εργασιακής ζωής του, ενίοτε μάλιστα είναι και… ασπίδα. Η αλήθεια είναι ότι από εκείνα τα χρόνια η γειτονική Μύκονος ήταν το «όνειρο» των «προοδευτικών» (σ.σ. προοδευτικός: αυτός που αναφέρεται στην πρόοδο) επιχειρηματιών που μπέρδευαν το ξεσάλωμα με την πρόοδο.

Τα χρόνια πέρασαν και φτάσαμε στην εποχή που οι «ταυτότητες» ταυτίζονται με την οπισθοδρόμηση και η εντοπιότητα με τον αναχρονισμό. Σήμερα, ελάχιστοι χρησιμοποιούν μαγαζιά, μαγαζάτορες και πόστα στις περιγραφές και στις οδηγίες. Αναμενόμενο να επικρατήσει η ανωνυμία, αφού οι περισσότεροι εμπορικοί χώροι έχουν περάσει σε «ξένα χέρια», νέες πιάτσες έχουν ανοίξει από επιχειρηματίες που οσμίζονται το κέρδος από μακριά και η περιορισμένη τοπική παραγωγή αναγκάστηκε να προβάλει το στοιχείο του «ντόπιου» για να επιβιώσει. Ειλικρινά, δεν γνωρίζω αν οι «προοδευτικοί» επιχειρηματίες τού τότε θα ήταν ικανοποιημένοι βλέποντας το νησί να εξελίσσεται σε μικρογραφία της Μυκόνου, αλλά είμαι σίγουρος ότι πολλοί «προοδευτικοί» επιχειρηματίες τού αύριο δεν θα είναι Τήνιοι.

Η μεταμόρφωση είχε παράπλευρες απώλειες, ανάμεσα στις οποίες το πανηγύρι της Παναγίας. Για ανθρώπους που έχουν μνήμες, ο Δεκαπενταύγουστος είναι πλέον μια ατραξιόν που την αξιοποιούν πολιτικοί για να κερδίσουν ψηφοφόρους που μπερδεύουν την ψήφο με τις γονυκλισίες, δεσποτάδες για να αναρριχηθούν και παραγοντίσκοι για να τους δει η πεθερά τους στην τηλεόραση. Μπορεί στα μάτια τους οι πιστοί που πριν από πενήντα χρόνια να ξενυχτούσαν στο προαύλιο της Παναγίας δείχνοντας το καμπαναριό και φωνάζοντας «Να την, Να την» να αντιπροσωπεύουν σκοταδισμό και θρησκοληψία, αλλά σίγουρα το ξεχαρβάλωμα της τοπικής οικονομίας με τη μετατροπή της σε πεδίο δραστηριότητας χανιτζήδων (σ.σ. Χάνι: Πανδοχείο), καφετζήδων και ταβερνιάρηδων δεν το λες και πρόοδο.

Αν μάλιστα στη συνάρτηση προσθέσεις τον αυξανόμενο -με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου- αριθμό των «ξένων» (στην τοπική αντίληψη ο «ξένος» συνδέεται με την εντοπιότητα) που στις αποσκευές τους κουβαλούν παρελθόν, αντιλήψεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές άγνωστες για το νησί, τότε η πιο αρμόζουσα λέξη είναι «οπισθοδρόμηση». Θα μπορούσε να έχει γίνει διαφορετικά; Ναι, αν οι πολιτικοί είχαν προνοήσει και με στοχευμένες δράσεις συνδύαζαν τους κρυφούς και φανερούς θησαυρούς του με τη σύγχρονη γνώση.

Πιστεύω ότι ο Σιώτης θα ήθελε να γράψει και πολλά ακόμα: Για τα σπίτια που πουλήθηκαν. Για τα χωριά που έχασαν τη μυρωδιά τους και μετατράπηκαν σε θέαμα. Για τα χέρσα χωράφια που πωλούνται για οικόπεδα (σε τέτοια χωράφια έχτισαν τα σπίτια τους ο πρωθυπουργός και εκατοντάδες έποικοι του καλοκαιριού που περιφέρουν τις… αυθεντίες τους). Για τη γνώση που χάνεται μαζί με τους παππούδες που φεύγουν. Για τη γη που μαραίνεται…

Σ’ αυτό το νησί που μέρα με τη μέρα χάνει την ταυτότητά του, οι «ξένοι» που ενστερνίζονται το όραμα (!) της τουριστικοποίησης, μπορούν να χαίρονται…

*δημοσιογράφος, συγγραφέας