Η πρώτη μέρα στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν. Περιήγηση στις όχθες του ποταμού και στις γειτονιές που σκαρφαλώνουν στους λόφους. Η ζωή κυλάει ομαλά. Ο συγγραφέας Γιώργος Λιερός γράφει τις ανταποκρίσεις του από τη χώρα. Η Εφ. Συν. διευκρινίζει ότι οι δικές του απόψεις δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με τις απόψεις της εφημερίδας, η οποία, ωστόσο, στο πλαίσιο του πλουραλισμού δίνει πάντα χώρο ακόμα και σε διαφορετικές προσεγγίσεις.
Η Εφ.Συν. και η efsyn.gr
«Πήραμε το αεροπλάνο για την Καμπούλ από το Αμπού Ντάμπι ύστερα από μια επίπονη και πολύωρη αναμονη. Οι συνεπιβάτες μας, σχεδόν όλοι, ήταν νεαροί Αφγανοί εργαζόμενοι στα εμιράτα, λαϊκα παιδιά ντυμένα τα περισσότερα με τις παραδοσιακές ενδυμασίες τους. Εκτός από τις γυναίκες της δικής μας ομάδας και τις αεροσυνοδούς υπήρχε μόνο μια ακόμη γυναίκα στο αεροπλάνο. Η ανατολή του ηλίου μας βρήκε πάνω από τα βουνά του Αφγανιστάν. Γυμνά από βλάστηση, απότομα, με βραχώδεις και αιχμηρές βουνοκορφές μας δίνουν για το καλοσώρισμα εικόνες μιας αγριας ομορφιάς.
Προσγειωθήκαμε! στο αεροδρόμιο τίποτα δεν θύμιζε τις τρομερές σκηνές που διαδραματίστηκαν εκεί ένα χρόνο νωρίτερα. Το περιβάλλον θυμίζει ένα ήσυχο επαρχιακό αεροδρόμιο περασμένων δεκαετιών. Οι μετανάστες που επιστρέφουν συνωθούνται κουβαλώντας τεράστια χαρτόκουτα με τα πράγματα τους για να περάσουν από τον τελωνειακό έλεγχο. Έξω από την πύλη του αεροδρομίου οι δικοί τους τους περιμένουν με ανθοδέσμες και στεφάνια από λουλούδια.
Είμαστε στο Αφγανιστάν, πατάμε το χώμα του, παρά τους φόβους μας οι διατυπώσεις για την είσοδο μας στη χώρα ήταν οι βασικές. Βρισκόμαστε πιά στα αυτοκίνητα και πηγαίνουμε για το ξενοδοχείο. Οι δρόμοι της πόλης είναι σχεδόν άδειοι. Παρασκευή μέρα αργίας και αρκετά νωρίς.




Αν και δεν έχουμε κοιμηθεί καθόλου, ούτε καν μας περνάει από το μυαλό να κάτσουμε να ξεκουραστούμε έστω και λίγο. Τόσο μεγάλη είναι η διέγερση που προκαλεί η συγκίνηση μας. Επισκεπτόμαστε το Βρετανικό κοιμητήριο. Μια ήσυχη όαση στην καρδιά της πόλης. Εδώ βρίσκονται θαμμένοι λογιών λογιών Ευρωπαίοι. Άνθρωποι τους οποίους η γοητεία αυτής της μαγικής χώρας τους τράβηξε τόσο ώστε να τους κρατήσει για πάντα κοντά της, άνθρωποι που τον 19ο, τον 20ο και τον 21ο αιώνα θέλησαν να την υποδουλώσουν και πήραν το τίμημα που τους άξιζε.
Κάνουμε μια στάση στο κτίριο που φιλοξενούσε μέχρι πρότινος την πρεσβεία των ΗΠΑ. Οι πανύψηλοι τοίχοι του έχουν βαφτεί με άσπρο χρώμα και πάνω τους είναι γραμμένα τα εμβλήματα των Ταλιμπάν, στην είσοδο του μικροπωλητές πουλούν σημαίες του Ισλαμικού Εμιράτου.

Eπισκεφθήκαμε το λόφο Wazir Akbar Khan ο οποίος προσφέρει μια υπέροχη θέα στην πόλη. Στην κορυφή του υπάχουν οι εγκαταστάσεις ενός κολυμβητηρίου το οποίο δεν λειτούργησε ποτέ. Λέγεται πως κάποτε εκείγίνονταν εκτελέσεις. Ενώ προσπαθούσαμε να το φωτογραφίσουμε ακούσαμε κάτι φωνές από το παρακείμενο υπερυψωμένο φυλάκιο. Νομίζαμε μας έλεγαν πως απαγορεύονται οι φωτογραφίες. Ομως αυτοί μας καλούσαν να ανέβουμε πάνω στο φυλάκιο για να κάνουμε καλύτερες λήψεις, θέλησαν μάλιστα να μας κεράσουν τσάι.
Λίγο αργότερα άλλοι ένοπλοι νεαροί μας πιάσαν την κουβέντα και χωρίς πολλά πολλά δέχτηκαν να τους φωτογραφήσουμε. Είναι οι πρώτη μέρα μας στη Καμπούλ και δεν είναι συνετό να βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα. Αλλά ότι είδαμε από στρατιωτική παρουσία σήμερα στην Καμπούλ είναι κυρίως αυτοί οι νεαροί, άλλος με σαντάλια άλλος με αθλητικά παπούτσια, που θα ήταν ορθότερο να τους ονομάσουμε μάλλον πολιτοφύλακες παρά στρατιώτες.

Το απόγευμα το περάσαμε στην αγορά. Αγοράσαμε υφάσματα και ένας ράφτης ανέλαβε να μας ράψει τοπικά ρούχα. Τέτοια φοράν οι περισσότεροι εδώ. Πολύ λίγες γυναίκες φοράν μπούργκα στην Καμπούλ. Οι υπόλοιπες φοράν μαντίλι που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο ένώ κρύβει τα μαλλιά. Στα πάρκα είδαμε μεγάλες γυναικοπαρέες, έντονη ήταν η παρουσία των γυναικών στην αγορά αλλά δεν είδαμε γυναίκες εμπόρους, τουλάχιστον στο λίγο χρόνο που είχαμε στην διάθεση μας».
* Συγγραφέας
