Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μάριο Ντράγκι κατάλαβε ότι η Ιταλία δεν έχει αλλάξει. Μπορεί τα κόμματα να τέθηκαν «υπό κηδεμονία» από όταν ορκίστηκε πρωθυπουργός τον Φεβρουάριο του 2021, αλλά οι διαφορές τους και τα κύρια χαρακτηριστικά τους στοιχεία παρέμειναν ως είχαν.

Δεν είναι ακόμη η ώρα του οριστικού απολογισμού, από τη στιγμή που ο «πρώην σούπερ Μάριο» θα παραμείνει πρωθυπουργός για τη διεκπεραίωση των τρεχουσών υποθέσεων μέχρι και τη διεξαγωγή των εκλογών στις 25 Σεπτεμβρίου. Ομως, έστω κάποια βασικά συμπεράσματα μετά και τις εξελίξεις των τελευταίων ημέρων μπορούν να εξαχθούν.

Ο Μάριο Ντράγκι ανέλαβε πρωθυπουργός εγγυώμενος ότι θα κρατούσε ίσες αποστάσεις και από τις επτά πολιτικές δυνάμεις που μετείχαν στην κυβέρνησή του, μια κυβέρνηση που, όπως είπε ο ίδιος, ουσιαστικά ήταν «εθνικής ενότητας».

Σε μεγάλο βαθμό τήρησε την υπόσχεσή του και επικεντρώθηκε στην υλοποίηση των κύριων προγραμματικών δεσμεύσεών του: συνέχισε τη βαθμιαία όσο και προσεκτική χαλάρωση των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας, εγγυήθηκε όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για να μπορέσει η χώρα να αποταμιεύσει τις πρώτες δόσεις του Σχεδίου Ανάκαμψης ενώ από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία, τήρησε μια στάση πλήρους αλληλεγγύης προς τον Ζελένσκι, χωρίς καμία παρέκκλιση και αμφιβολία.

Παράλληλα, όμως, ο διακεκριμένος αυτός οικονομολόγος της Τράπεζας της Ιταλίας και πασίγνωστος πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως φαίνεται, δεν έλαβε υπόψη του ότι τα κόμματα συνεχίζουν να λειτουργούν βάσει της πολιτικής τους «όσφρησης».

Δεν υπολόγισε, δηλαδή, ότι στη φάση αυτή, οκτώ μήνες πριν από την υποχρεωτική λήξη της νομοθετικής περιόδου, η Λέγκα δεν θα μπορούσε να ψηφίσει την απελευθέρωση των αδειών για την εκμετάλλευση των οργανωμένων πλαζ, όπως ζητά η Ευρώπη, και ούτε τα Πέντε Αστέρια να συναινέσουν στην αποδυνάμωση του «κοινωνικού εισοδήματος» -ή επιδόματος ανεργίας- του οποίου είχαν πετύχει την υιοθέτηση.

Για τους πολιτικούς το γενικότερο συμφέρον και «το καλό της Ιταλίας», στο οποίο αναφέρθηκε επανειλημμένα τις τελευταίες ημέρες ο τεχνοκράτης πρωθυπουργός της, δεν μπορεί να επιδέχεται μία και μόνον ερμηνεία και εφαρμογή.

Η κυβερνητική αυτή συμμαχία οδηγήθηκε σε πρόωρη διάλυση, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, και από μια ιδιαίτερα «χαλαρή» αντίδραση του Ντράγκι στην κύριας σημασίας κίνηση του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών Λουίτζι ντι Μάιο πριν από τρεις εβδομάδες. Ο Ντι Μάιο εγκατέλειψε τα Πέντε Αστέρια και πήρε μαζί του τελικά πάνω από εξήντα βουλευτές και γερουσιαστές του κινήματος. Χωρίς να εγκαταλείψει, βέβαια, το υπουργείο Εξωτερικών.

Αρχικά, πολλοί αναλυτές πίστεψαν ότι με την αποσχιστική του αυτή πρωτοβουλία ο νεαρός υπεύθυνος της ιταλικής διπλωματίας θα μπορούσε να ενισχύσει την κυβερνητική συμμαχία της Ρώμης. Στην πραγματικότητα, όμως, η πρωτοβουλία του «νεοφώτιστου κεντρώου» Ντι Μάιο ήταν η αρχή του τέλους: προκάλεσε τεράστιο εκνευρισμό στους «πεντάστερους» και ο ηγέτης τους, Τζουζέπε Κόντε, θεώρησε ότι ήταν ένα ενορχηστρωμένο σχέδιο για να τον αποδυναμώσουν και να τον απομονώσουν οριστικά. Ο Ντράγκι, ίσως λόγω έλλειψης πολιτικής εμπειρίας, δεν έδειξε να το κατανοεί. Δεν κατάλαβε ότι θα μπορούσε να προκληθεί ντόμινο, όπως και συνέβη. Θα μπορούσε να ζητήσει, ενδεχομένως, από τον Λουίτζι ντι Μάιο να «παγώσει» το όλο σχέδιο και να περιμένει τουλάχιστον λίγους μήνες.

Για όποιον, βέβαια, έχει αδυναμία στις ιστορίες κατασκοπίας και στις υπόγειες, συχνά, γεωπολιτικές κινήσεις, υπάρχει και μια άλλη ερμηνεία της όλης αυτής κατάληξης: είναι γεγονός ότι η πτώση του Ντράγκι προκλήθηκε, κυρίως, από τους Τζουζέπε Κόντε, Ματέο Σαλβίνι και Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Από τα Πέντε Αστέρια, τη Λέγκα και τη Φόρτσα Ιτάλια, δηλαδή, που αποφάσισαν να μη δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

Πρόκειται για τα κόμματα και τους πολιτικούς που ζήτησαν να υπάρξει μια πιο «σφαιρική ερμηνεία» της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία ενώ, παράλληλα, τάχθηκαν υπέρ της ενίσχυσης –κυρίως– των διπλωματικών πρωτοβουλιών, με την ελπίδα να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί. Αιτήματα, τα οποία απέχουν εντυπωσιακά από τη γραμμή του πρώην προέδρου της ΕΚΤ. Είναι, άραγε, μια απλή σύμπτωση;

Οσον αφορά το μέλλον του, ο Μάριο Ντράγκι επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να συνεχίσει να ασχολείται με την πολιτική, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Και ότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε η θέση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, αλλά ούτε και η προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μένει να δούμε αν θα συνεχίσει να δηλώνει «παρών» στην ιταλική πολιτική σκηνή, μέσω της εφαρμογής από τρίτους της ατζέντας του. Κάτι που θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου η χώρα βρεθεί σε πολιτικό αδιέξοδο. Ενα αδιέξοδο που ήδη διαφαίνεται, λόγω της αδύναμης προοδευτικής παράταξης και της διχασμένης συντηρητικής συμμαχίας, με Κεντροδεξιά και Ακρα Δεξιά που λειτουργούν ανταγωνιστικά. Σε αυτή την περίπτωση, η πιθανότερη λύση θα είναι η αναζήτηση ενός νέου «άξιου τεχνοκράτη», με προτεραιότητες και στιλ που θα θυμίζουν σε εντυπωσιακό βαθμό τον Ιταλό, πρώην Ευρωπαίο κεντρικό τραπεζίτη.

Γιατί τον επιλέξαμε

Διότι αν και διαφημίστηκε ως «σωτήρας» της Ιταλίας, ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης αποδείχτηκε… ανεπίδεκτος μαθήσεως στις ίντριγκες των κομμάτων του συνασπισμού που τον στήριζε και τελικά άντεξε μόλις 17 μήνες στην πρωθυπουργία – με την ουσιαστική καθαίρεσή του να βυθίζει την ήδη ταραγμένη Ευρώπη σε ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα και αστάθεια.