Στα ύψη παραμένει ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, παρά την οριακή αποκλιμάκωση του Ιουλίου σε σύγκριση με τον Ιούνιο, όπως δείχνουν τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Μπορεί ο Εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή να κινήθηκε κάτω από το ψυχολογικό όριο του 12% σταματώντας στο 11,6%, όμως οι τιμές σε βασικά αγαθά, όπως το ψωμί και το κρέας, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, συνέχισαν να αυξάνονται και εν μέσω θέρους προαναγγέλλοντας έναν δύσκολο χειμώνα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στα τρόφιμα και τη στέγαση εξακολουθεί να «τρέχει» με ρυθμούς σημαντικά ταχύτερους από τον εθνικό μέσο όρο (13% και 30,9% αντίστοιχα) πλήττοντας δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Οπως άλλωστε έδειξε η τελευταία έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για την υλική στέρηση, το ένα στα τρία φτωχά νοικοκυριά (33,8%) αδυνατεί να παρέχει στα μέλη του επαρκή και ποιοτική διατροφή, ενώ οχτώ στα δέκα (76,7%) επιβαρύνονται από το κόστος στέγασης, για το οποίο ξοδεύουν πάνω από το 40% του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Αν μάλιστα επικεντρώσουμε στους επί μέρους δείκτες βλέπουμε ότι η μικρή έστω επιβράδυνση του τιμάριθμου για τον Ιούλιο (-1,8% σε σύγκριση με τον Ιούνιο) οφείλεται κατά κύριο λόγο στις θερινές εκπτώσεις, αφού οι τιμές σε ένδυση και υπόδηση μειώθηκαν κατά -22,8%. Αντίθετα, πολύ μικρή συνεισφορά είχε στη μείωση του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή η μηνιαία υποχώρηση στις τιμές του ρεύματος (-8,6%) των καυσίμων (-5,8%), αφού αντισταθμίστηκε από την εκτίναξη στις τιμές του φυσικού αερίου κατά 37,1% μόλις σε έναν μήνα.
Ο ετήσιος πληθωρισμός στα τρόφιμα διαμορφώθηκε στο 13%, ενώ τον Ιούνιο ήταν στο 12,6%. Η οριακή μηνιαία υποχώρηση του τιμάριθμου κατά 0,1% οφείλεται αποκλειστικά στη μείωση των τιμών στα φρούτα κατά 17% (πιθανόν λόγω αφθονίας συγκεκριμένων εποχικών ειδών). Ολα τα άλλα είδη διατροφής εξακολούθησαν να ακριβαίνουν, με τις υψηλότερες μηνιαίες αυξήσεις να σημειώνονται στο γάλα (3%), τον καφέ, το ελαιόλαδο και τα πουλερικά (2,1%), ενώ ακολουθούν το μοσχαρίσιο κρέας, τα τυριά, τα αλκοολούχα ποτά και τα λαχανικά.
Η επέλαση της ακρίβειας ενδέχεται να ενταθεί από φθινόπωρο, καθώς υπάρχουν πληροφορίες για αυξήσεις στους τιμοκαταλόγους των προμηθευτών, σε εκατοντάδες κωδικούς, της τάξης του 8-10% μεσοσταθμικά και ώς 20% σε συγκεκριμένα προϊόντα. Ειδικά στα γαλακτοκομικά και το κρέας τα σημάδια από την αγορά προμηνύουν νέο κύμα ανατιμήσεων, καθώς η ντόπια παραγωγή μειώνεται, το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό, ενώ μετακυλίεται πλέον στις τιμές η σημαντική άνοδος στα κόστη των ζωοτροφών.
Οι ετήσιες αυξήσεις στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης κόβουν την ανάσα φανερώνοντας το μέγεθος της αφαίμαξης του εισοδήματος των νοικοκυριών. Το φυσικό αέριο ακρίβυνε κατά 178,9%, το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 65,1%, ο ηλεκτρισμός κατά 55,8%, καύσιμα και λιπαντικά κατά 33%, ενώ το λάδι και το κρέας ακρίβυναν κατά 27,3% και 16,7% αντίστοιχα. Υψηλές ήταν οι επιβαρύνσεις στις μεταφορές επιβατών, κατά 25,4% στα πλοία, 32,9% στα ταξί και 62,3% στα αεροπορικά εισιτήρια.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τα ενοίκια σε έναν χρόνο έχουν αυξηθεί συνολικά κατά 0,9%. Ωστόσο οι νέες τιμές ενοικίων παρουσιάζουν αυξήσεις από 8% ώς και πάνω από 26%, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες τιμοληψίες του Πανελλαδικού Δικτύου Κτηματομεσιτών για τη φοιτητική στέγη. Η απόκλιση ερμηνεύεται από το ότι ο δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ αφορά το σύνολο των ήδη ενοικιαζόμενων κατοικιών και όχι μόνο τις προς ενοικίαση κατοικίες. Το μέγεθος του στεγαστικού προβλήματος αποτυπώνει ευκρινέστερα η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τις υλικές στερήσεις, καθώς το ένα στα δύο φτωχά νοικοκυριά αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πληρωμή του ενοικίου, της δόσης του στεγαστικού και των πάγιων λογαριασμών.
Αντιδράσεις
«Ενώ ήδη εκατομμύρια εργαζόμενοι βρίσκονται υπό την απειλή φτώχειας ή αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, ενώ τα νοικοκυριά δεν καλύπτουν ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες τους, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια εξακολουθούν να καλπάζουν» σχολιάζουν σε κοινή τους δήλωση οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, Εφη Αχτσιόγλου και Αλέξης Χαρίτσης, επισημαίνοντας ότι ο πληθωρισμός παραμένει σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ ειδικά για τις πιο βασικές ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας (ενέργεια, καύσιμα, τρόφιμα) η εκτόξευση των τιμών είναι πολλαπλάσια του συνολικού δείκτη.
