ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Αρ. Φίλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το παρόν άρθρο αποσκοπεί συνοπτικά, λόγω και του λίαν περιορισμένου χώρου, να υποβάλει προτάσεις νομοθετικών αλλαγών του απορρήτου των επικοινωνιών, ώστε όσο γίνεται να υπάρξει νόμιμη λειτουργία στο επίπεδο αυτό από την ΕΥΠ.

Από την πυροσβεστική κίνηση που έγινε με την ΠΝΠ να ορίσει και δεύτερο εισαγγελέα Εφετών δεν διαφαίνεται κυβερνητική βούληση ουσιαστικής αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου και υιοθέτησης προτάσεων νομοθετικών στην κατεύθυνση εύρυθμης συνταγματικής λειτουργίας, που όμως πρέπει να τις σκεφτούν και αν συμφωνούν να τις υποδείξουν τα άλλα κόμματα στα πορίσματα της εξεταστικής επιτροπής (που κατά τα συνήθως συμβαίνοντα δεν αναμένεται να είναι μόνο ένα).

Νόμος 2225/1994 για το απόρρητο των επικοινωνιών.

1) Ο νόμος για την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας (κυρίως άρθρα 3 και 5) διακατέχεται από μια τουλάχιστον δυσπιστία απέναντι στους τακτικούς δικαστές, οι οποίοι στο δικαιικό μας σύστημα είναι οι μόνοι που τελικά αποφασίζουν.

Ετσι, οι αιτήσεις της άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας θα πρέπει να υποβάλλονται από την ΕΥΠ και άλλες κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο θα αποφασίζει σε πολύ σύντομη προθεσμία που θα οριστεί και με πρόβλεψη πειθαρχικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας αυτής.

Το Συμβούλιο Εφετών, με πρόταση φυσικά του οικείου εισαγγελέα, θα συνεδριάζει στο Εφετείο Αθηνών και τα μέλη του θα είναι εναλλασσόμενα για την έκδοση του σχετικού βουλεύματος (και όχι διάταξης, όπως αδόκιμα αναφέρει για άλλες περιπτώσεις ο νόμος αυτός).

Χωρίς γενικά να αμφισβητείται η ανεξαρτησία των εισαγγελικών λειτουργών για αποφασιστική έκδοση διάταξης, οι τακτικοί δικαστές από τη φύση του λειτουργήματός τους είναι πιο απομακρυσμένοι από την εκτελεστική εξουσία.

2) Θα πρέπει να καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 9 που ορίζει ότι στην περίπτωση άρσης του μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας «η ΑΔΑΕ δύναται, μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης, να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του μέτρου αυτού στους θιγόμενους, με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε», δηλαδή ουσιαστικά ποτέ να μη γίνεται γνωστοποίηση.

Διακατεχόμενος δε ο νομοθέτης από το άγχος μήπως καμιά φορά «ξεφύγει» σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προσθέτει και την αναγκαία προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε.

Θα πρέπει και στην περίπτωση αυτή να αποφασίζει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που είναι ουσιαστικά συλλογικό, με δικαστές εμπειρίας άνω των 30 ετών, για τη γνωστοποίηση ή μη.

3) Προβλέπεται ότι ο εισαγγελικός λειτουργός εποπτεύει και το έργο της Διεύθυνσης Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών της ΕΥΠ που σχετίζονται με τη συλλογή, επεξεργασία και αξιοποίηση πληροφοριών και στοιχείων.

Αν διατηρηθεί η διάταξη αυτή, που αφορά το μεγαλύτερο βάθος του βαθέος κράτους, θα πρέπει να εποπτεύουν το έργο αυτό, που είναι λίαν κρίσιμο, εισαγγελέας Εφετών και εφέτης και επιπλέον εκπρόσωπος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

4) Σαφέστατα δεν προβλέπεται απαγόρευση άρσης του απορρήτου και για βουλευτικά πρόσωπα.

Το άρθρο 19 του Συντάγματος δεν εξαιρεί αυτά από την άρση του απορρήτου. Το δε άρθρο 61 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει το ακαταδίωκτο και την απαγόρευση εξέτασης με οποιονδήποτε τρόπο για τη γνώμη ή ψήφο που έδωσε βουλευτής για την άσκηση βουλευτικών καθηκόντων και που αποβλέπει στην απρόσκοπτη εκπλήρωση του δημόσιου λειτουργήματός του διαλαμβάνει συγκεκριμένο επίπεδο εφαρμογής και τυχόν άμετρη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου αυτού δεν μπορεί να ευσταθήσει, δίνει δε την εντύπωση συντεχνιακής αντίληψης για την κάλυψη του σχετικού πολιτικού προσωπικού.

Ομως, και ενόψει της θεμελιώδους για το πολίτευμα λειτουργίας των βουλευτών, η άρση του απορρήτου αυτών (καθώς και των ευρωβουλευτών) για λόγους εθνικής ασφαλείας και προς αποφυγή πειρασμών, εντόνων μάλιστα ενίοτε, από την εκάστοτε κυβέρνηση παρακολουθήσεων των επικοινωνιών τους, που μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή αλλοίωση του πολιτεύματος, να προβλεφθεί ότι στις περιπτώσεις εθνικής ασφάλειας η άρση αυτή θα πρέπει να αποφασίζεται από Ειδικό Συμβούλιο που θα προβλέπει ο νόμος και θα αποτελείται από αρεοπαγίτες ή και συμβούλους Επικρατείας.

5) Θα πρέπει νομοθετικά να οριοθετηθεί ο όρος εθνική ασφάλεια, ο οποίος ως έχει σήμερα είναι ευρύτατος και λίαν ελαστικός.

* δικηγόρος, πρώην μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών