ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Διονύσης Γ. Δημητρακόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αξιωματική αντιπολίτευση πρόσφατα πρότεινε την ουσιαστική αναβάθμιση και ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου επί «του τρόπου χρηματοδότησης, του τρόπου εφαρμογής και της πορείας υλοποίησης των δράσεων και των οροσήμων που αφορούν τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην Ελλάδα. Πρόκειται για ορθή και εύστοχη πρόταση για δύο λόγους.

Πρώτο, η Ελλάδα –παρά τη μεγάλη πρόοδο που επιτελέστηκε την τελευταία δεκαετία στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών λόγω μνημονιακών υποχρεώσεων– παραμένει επιρρεπής στην επιστροφή στο παρελθόν της διασπάθισης δημόσιου χρήματος, όπως δείχνει η αυξανόμενη χρήση απευθείας αναθέσεων προμηθειών. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος θα μπορούσε να αποτελέσει πρόσθετο ανάχωμα ενάντια σε τέτοιο πισωγύρισμα. Δεύτερο και πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η επιτυχία του Ταμείου Ανάκαμψης είναι διακύβευμα πανευρωπαϊκό και όχι μόνον ελληνικό. Οι αντίπαλοί του θα χαίρονταν αν αποτύγχανε γιατί μαζί του θα ενταφιαζόταν και η «άλλη Ευρώπη» την οποία εκείνοι αντιμάχονται αλλά οι προοδευτικές δυνάμεις προωθούν.

Η αρνητική απάντηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Αντιθέτως, είναι συνεπής τόσο με την ποιότητα του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα όσο και με την κυρίαρχη άποψη στην Ε.Ε. για το πώς πρέπει να λαμβάνονται οι αποφάσεις. Στην Ελλάδα η αντιπαράθεση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας έχει αντικατασταθεί από το δίπολο πλειοψηφία-μειοψηφία χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα. Αυτό σημαίνει ότι οι βουλευτές της εκάστοτε πλειοψηφίας σχεδόν ποτέ δεν αντιμετωπίζουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο ως βασικό στοιχείο του ρόλου τους με συνέπεια την απίσχνανση της λογοδοσίας και της διαφάνειας. Αντίθετα, τον βλέπουν ως πάρεργο και πάντα υπό το πρίσμα της «στήριξης στην κυβέρνηση» ή και της προσωπικής ανέλιξής τους (υπουργικοί θώκοι κ.λπ.). Το ακριβώς αντίθετο ισχύει στις προηγμένες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, όπως οι σκανδιναβικές χώρες, η Γερμανία, η Βρετανία κ.ά. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στη Βουλή των Κοινοτήτων υπάρχουν σημαντικές θέσεις –όπως η προεδρία της επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων– που παραδοσιακά παίρνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ακριβώς επειδή η λογοδοσία και η διαφάνεια υπερβαίνουν τα στενά όρια του πολιτικού παιγνίου.

Η ορθή πρόταση της αντιπολίτευσης θα έπρεπε να λάβει τη στήριξη και της κυβερνώσας πλειοψηφίας προκειμένου να υπάρξουν πρόσθετα αντίβαρα και έλεγχος στη λειτουργία της διοίκησης και της κυβέρνησης με καλύτερο τελικό αποτέλεσμα ως προς την υλοποίηση των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Ομως αυτή η αρνητική αντίδραση της σημερινής πλειοψηφίας είναι συνεπής και με ένα άλλο φαινόμενο που υπάρχει στο επίπεδο της Ε.Ε. Πρόκειται για τον ισχνό ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στα θέματα αυτά. Αυτό το στοιχείο είναι μέρος του ευρύτερου φαινομένου της διακυβερνητικής εκτροπής, δηλαδή η χρήση μεθόδων και διαδικασιών όπου κυριαρχούν οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών (και ιδιαίτερα των μεγαλύτερων και ισχυρότερων) σε βάρος των ενωσιακών («υπερεθνικών») θεσμών όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Αυτό συμβαίνει παρότι σε επίπεδο τυπικών ρυθμίσεων (Συνθήκες Ε.Ε.) σημειώνονται σημαντικά βήματα προόδου (Λισαβόνα κ.ά.) που όμως στη συνέχεια φαλκιδεύονται. Επίσης, ο ολοένα και ισχυρότερος ρόλος της Ευρώπης των κυβερνήσεων δεν συνοδεύεται από καλύτερα αποτελέσματα για τον Ευρωπαίο πολίτη. Οι κυβερνήσεις κυριαρχούν επειδή το μπορούν και όχι επειδή είναι αποτελεσματικότερες.

* έδρα Jean Monnet για την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Κολέγιο Birkbeck, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου