ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τρία χρόνια μετά την έκδοση της Σώσα, η Κίχλη μάς παραδίδει ακόμη ένα έργο του νομπελίστα Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, τη συλλογή διηγημάτων Γκίμπελ ο σαλός και άλλες ιστορίες. Στην ομώνυμη ιστορία ο Γκίμπελ είναι ένας «αγαθούλης» (σύμφωνα με την ακριβή μετάφραση από τα γίντις), ένας άνθρωπος που από περισσή αγαθότητα και ευπιστία γίνεται ο περίγελος του χωριού. Οι συγχωριανοί του συνεχώς τον εμπαίζουν και του κάνουν φάρσες, με αποκορύφωμα ένα προξενιό με μια «αγνή παρθένα» που είχε μάλιστα κι ένα «μπάσταρδο», τάχα μικρό της αδελφό. Ενώ ο ήρωας οσμίζεται την παγίδα, πέφτει μέσα οικειοθελώς. Αντιλαμβάνεται τις απιστίες της γυναίκας του (παρότι «σαλός», δεν είναι ηλίθιος) όμως η ψυχή του τις διαγράφει ως ψευδαισθήσεις. Το παιδί που γεννιέται μόλις δεκαεφτά εβδομάδες μετά τον γάμο, το δέχεται σαν δικό του και το αγαπάει σαν τρελός. Για τον Γκίμπελ η πίστη στα λεγόμενα των άλλων είναι επιλογή: «Καινούργιο συκώτι έκανε ολάκερο το Φράμπολ με τα βάσανα και τις στεναχώριες μου. Μολοντούτο, εγώ το πήρα απόφαση να πιστεύω πια ό,τι κι αν μου έλεγαν.

Και τι διάφορο έχεις άμα δεν πιστεύεις; Σήμερα δεν πιστεύεις τη γυναίκα σου, αύριο δεν λογαριάζεις τον Θεό τον ίδιο». Γιατί ο Γκίμπελ δεν είναι απλώς «σαλός». Η «τρέλα» του εμπεριέχει τη βαθύτατη καλοσύνη, την ανθρωπιά, την αθωότητα της καρδιάς. Αλλωστε και η Σώσα, η ηρωίδα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Σίνγκερ, ήταν κι εκείνη μια «αγαθούλα», ένα πλάσμα που χώλαινε στον νου, υπολειπόταν στη λογική, όμως ακτινοβολούσε καλοσύνη. Γνωρίζουμε ότι ο συγγραφέας απαξίωνε τον ορθολογισμό και μαχόταν το πνεύμα του Διαφωτισμού, όπως και κάθε δάνειο από τη Δύση. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που περιβάλλει με τη φωτεινή αύρα αγίων ήρωες όπως τον Γκίμπελ και τη Σώσα, μετατρέποντάς τους σε πρόσωπα παρόμοια με τους εν Χριστώ σαλούς της ορθόδοξης παράδοσης.

Ωστόσο, ο Σίνγκερ, αν και αντιρασιοναλιστής, δεν δηλώνει «θρησκευόμενος Εβραίος». Εχοντας απομακρυνθεί από τον χασιδισμό –τον οποίο ασπαζόταν ο ραβίνος πατέρας του– έχει πει σε συνέντευξή του ότι παρ’ όλο που πιστεύει στον Θεό, δεν πιστεύει σε δόγματα κανενός είδους. Η θρησκευτικότητά του δεν αρδεύεται από την αυστηρότητα του δόγματος, αλλά από τη μνήμη και την αίσθηση του ανήκειν, εξ ου και το λογοτεχνικό του έργο –αν και στο μεγαλύτερο μέρος του γράφτηκε στην Αμερική όπου ο Σίνγκερ μετανάστευσε στα τριάντα του– είναι γραμμένο κατ’ αποκλειστικότητα στα γίντις, το προπολεμικό γλωσσικό ιδίωμα των Εβραίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Η παράδοση είναι το εύφορο έδαφος απ’ όπου ξεφυτρώνουν γεμάτα γλωσσικούς χυμούς τα εννέα εκτενή διηγήματα της ανά χείρας συλλογής. Στα φυλλώματά τους κρύβονται παιχνιδιάρικα, περιπλανώμενα δαιμόνια, ψυχές αμαρτωλών που δεν βρίσκουν ησυχία, πνεύματα, μάγοι, φυλαχτά και ξόρκια. Εχοντας τις ρίζες τους στους εβραϊκούς μύθους και στα παραμύθια, προσφέρουν στον Σίνγκερ την ευκαιρία να ανασύρει από μέσα του τον παραμυθά και να ξεδιπλώσει το απαράμιλλο αφηγηματικό ταλέντο του. Ο συγγραφέας φιλοτεχνεί τρόπον τινά εννέα πίνακες όπου αναπαριστά την προαιώνια μάχη του Καλού και του Κακού, αναμιγνύει το ρεαλιστικό στοιχείο με το μεταφυσικό, ελαφραίνει τον αναπόφευκτο διδακτισμό των μύθων με νεωτερικές πινελιές χιούμορ και εντέλει συγκινεί μέσα μας και το παιδί και τον ενήλικο.

Η εξαίρετη μετάφραση του Βάιου Λιαπή μεταφέρει ανάγλυφα κι ολοζώντανα το ύφος και την υφή του κόσμου που αποτυπώνει ο συγγραφέας, εντοπίζοντας (στο εμβριθές επίμετρο) συγγένειες με τον Σκιαθίτη Παπαδιαμάντη καθώς και σημαντικές επιρροές από τον Γκόγκολ. Προεκτείνοντας ετούτη την ανίχνευση εκλεκτικών συγγενειών, μπαίνω στον πειρασμό να διακρίνω στις ιστορίες της συλλογής την ατμόσφαιρα και το πνεύμα της ζωγραφικής του Εβραίου Μαρκ Σαγκάλ, ο οποίος, όπως κι ο Σίνγκερ, μετανάστευσε στη Δύση κι επηρεάστηκε από τα νεωτερικά ρεύματα, όμως οι πίνακές του αποτυπώνουν έναν κόσμο που έρχεται από το παρελθόν, από το χωριό όπου μεγάλωσε ακούγοντας ιστορίες παρόμοιες, υποθέτω, με αυτές του Γκίμπελ, που στο τέλος της ζωής του περιπλανιόταν λέγοντας παραμύθια «για δαιμόνους, μάγους, ανεμόμυλους και τα τοιαύτα», καθώς γνώριζε καλά ότι «μπορεί ο κόσμος αυτός να είναι ολότελα της φαντασίας μας, ωστόσο απέχει απ’ τον αληθινό μονάχα ένα βήμα». Σε ένα μετέωρο βήμα από τη γη στον ουρανό φαντάζομαι τον Σίνγκερ, σαν τον «Βιολιτζή» του Σαγκάλ, κι εμείς οι αναγνώστες να τον ακολουθούμε όπως τα παιδιά που τα μάγεψε ο μουσικός σε κάποιο παραμύθι από αυτά που στοιχειώνουν την καρδιά μας.