«Ποτέ πια». Σύνθημα των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να καταδικάσουν την κρατική τρομοκρατία στη διάρκεια της δικτατορίας στην Αργεντινή. Και συμβολική έκφραση που επέλεξε ο Αλμπέρτο Φερνάντες μετά την ανάληψη προεδρίας, για να αναφερθεί στο υπέρογκο χρέος και τις συμφωνίες με τους δανειστές που γονατίζουν τη χώρα.
«Ποτέ πια σε ένα μη βιώσιμο χρέος. Ποτέ πια σε αποφάσεις που λαμβάνονται με τεχνοκρατικές αξιώσεις και με την πλάτη στο λαό», είπε υποσχόμενος αναδιάρθρωση του χρέους και συμφωνία με τους πιστωτές ώστε να υπάρξει μια «εύρυθμη επίλυση της κρίσης αλλά όχι με τίμημα την πείνα και την καταστροφή των ονείρων των Αργεντίνων».
Αυτό το «ποτέ πια» δεν έχει τόσο αντίκρισμα σήμερα. Δυόμισι χρόνια μετά, οι διαφωνίες στους κόλπους των κυβερνώντων περονιστών με επίκεντρο τόσο τις προσωπικές τους φιλοδοξίες όσο και την οικονομική πολιτική και το νέο μνημόνιο δανεισμού με το ΔΝΤ, που επικυρώθηκε τον περασμένο Μάρτιο, έχουν υποχρεώσει σε αλλεπάλληλες αλλαγές στο οικονομικό επιτελείο σε αναζήτηση μιας «συμβιβαστικής λύσης».
Χωρίς ωστόσο ουσιαστικές αλλαγές στις πολιτικές, όπως δείχνει η ανακοίνωση -την περασμένη εβδομάδα- της αντικατάστασης της ελληνικής καταγωγής Σιλβίνα Μπατάκις (έπειτα από μόλις 24 ημέρες) από τον Σέρχιο Μάσα στο υπουργείο Οικονομίας. Ο Μάσα, εκπρόσωπος της τρίτης ισχυρότερης τάσης των περονιστών που μετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό και ώς τώρα πρόεδρος της Βουλής, αναλαμβάνει ένα νέο υπερυπουργείο Οικονομίας (όπου συγχωνεύεται και το Παραγωγικής Ανάπτυξης και το Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Αλιείας) και αποκτά έτσι απόλυτο έλεγχο στην οικονομική πολιτική της χώρας.
Στο φόντο αυτής της τρίτης αντικατάστασης υπουργού Οικονομίας μέσα σε ένα μήνα, καλπάζει ο πληθωρισμός, οι ανατιμήσεις απομυζούν τα εισοδήματα των πολιτών, βαθαίνουν οι επιθέσεις των αγορών κατά του πέσο, η οικονομία παραπαίει λόγω της έλλειψης αποθεματικών, ενώ οι αυστηροί όροι και ανέφικτοι στόχοι του νέου μνημονίου που υπέγραψε η κυβέρνηση για να αποτρέψει μια παύση πληρωμών προκαλούν ασφυξία στην κοινωνία: δανείστηκε άλλα 45 δισ. δολάρια για να αποπληρώσει τα 44 δισ. που τους άφησε κληρονομιά ως χρέος στο ΔΝΤ ο Συντηρητικός πρόεδρος Μάκρι (συν άλλα 65 δισ. δολάρια χρέος σε ιδιώτες πιστωτές). Μια συμφωνία που έγινε χωρίς κούρεμα ή κάποια παράταση αποπληρωμής, όπως υποσχόταν η κυβέρνηση με αυτό το «Ποτέ Πια».
Αλλαξε ο Μανωλιός… κι έβαλε χειρότερα ρούχα
Ο Μάσα είναι ένας εξαιρετικά φιλόδοξος πολιτικός, που θέλει να «διορθώσει» την οικονομική πορεία της χώρας και ως «σωτήρας» να μπορέσει να ηγηθεί των περονιστών στις εκλογές του 2023. Σκιαγραφώντας το πορτρέτο του στο ηλεκτρονικό περιοδικό Tramas, ο Γκιγιέρμο Σιέσα, μιλά για έναν οπαδό της «φιλελεύθερης ανάπτυξης».
Δεν έχει κάποιο αγωνιστικό παρελθόν, προέρχεται από την Κεντροδεξιά Ενωση Δημοκρατικού Κέντρου, εγκαταλείπει εύκολα τους συμμάχους τους για να τους πολεμήσει, όπως έκανε με τον πρώην πρόεδρο Νέστορ Κίρτσνερ και τη (χήρα του) Κριστίνα Φερνάντες Κίρτσνερ. Με χαρά δέχτηκε την πρόσκληση του συντηρητικού πρώην προέδρου Μάκρι να τον συνοδεύσει στο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ενώ στις τελευταίες εκλογές -στο παρά πέντε- αποφάσισε να ενταχθεί στο περονιστικό Μέτωπο Ολων που σήμερα κυβερνά, διαπραγματευόμενος την προεδρία της Βουλής. Οπως έλεγε στην El País ο Αντρές Μαλαμούντ, ερευνητής του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας: «Ο Μάσα εκπροσωπεί ελάχιστα στις κάλπες, είναι λιγότερο σημαντικός, αλλά είναι ο άνθρωπος της πρεσβείας (των ΗΠΑ) που έχει πρόσβαση στους κύκλους εξουσίας και στις τράπεζες».
Ελάχιστοι αμφιβάλλουν ότι θα επιχειρήσει μια «ρεαλιστική στροφή», μια πιο «ορθολογική» οικονομική διαχείριση. Το πιστεύουν και οι αγορές, που απάντησαν θετικά στην προοπτική υπουργοποίησής του με την ισοτιμία με το δολάριο να πέφτει από τα 350 στα 290 πέσο.
Ο Μάσα με τις «market friendly» πολιτικές του εκπροσωπεί έναν ακόμη πιο φίλα προσκείμενο συνομιλητή των αγορών και επενδυτών για την απελευθέρωση της οικονομίας, «Γι’ αυτό και ο διορισμός του έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους βασικούς ωφελούμενους αυτού του παραγωγικού μοντέλου. Και στον βαθμό που θα επιμένει στην εφαρμογή της συμφωνίας με το ΔΝΤ ως έχει, χρειάζεται σκληρά μέτρα και δομικές μεταρρυθμίσεις, περιλαμβανομένων των εργασιακών και των συνταξιοδοτικών.
Δεν υπάρχει ορίζοντας για μέτρα υπέρ εκείνων που έχουν πληγεί περισσότερο, εκτός ίσως από μια εφάπαξ “ενίσχυση”… Αυτή είναι μια εποχή βαθέματος της λιτότητας και της δημοσιονομικής προσαρμογής, κάτι που ίσως οδηγήσει σε κοινωνικές συρράξεις», εκτιμά ο αναλυτής Χούλιο Γκαμπίνα.
«Πόσο μάλλον όταν με την κλασική συνταγή του, το ΔΝΤ μπορεί με κάθε αξιολόγηση, αν δεν εκπληρωθούν οι στόχοι, να επιβάλει νέους όρους οδηγώντας σε νέες κρίσεις. Ετσι το ΔΝΤ έχει ένα εκπληκτικό όπλο, ακόμη και για να παρέμβει στις εκλογές, αν η κυβέρνηση του “Μετώπου Ολων” δεν το ικανοποιήσει, απειλώντας και με νέα κατάρρευση τη χώρα».
Η ιστορία των παρεμβάσεων του ΔΝΤ στην Αργεντινή έχει πολλά να διδάξει για τη σημερινή κρίση και τον χειρισμό της. «Η στρατηγική να αντισταθεί μια κυβέρνηση στις πιέσεις της οικονομικής Δεξιάς παραδίδοντας την ηγεσία της οικονομίας σε έναν υπερυπουργό της Δεξιάς δεν είναι ούτε πρωτότυπη ούτε και σωτήρια», υπενθυμίζει ο Γκιγιέρμο Σιέσα.
Το επιχείρησε το 2001 η κυβέρνηση του Ντε λα Ρούα διορίζοντας υπουργό Οικονομίας τον Ντομίνγκο Καβάγιο (με πρόταση των αποκαλούμενων «προοδευτικών») σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι δραματικές συνέπειες από την εφαρμογή των δυο συμφωνιών (δανεισμού και επαναχρηματοδότησης) με το ΔΝΤ, αλλά και του συνακόλουθου νόμου για «μηδενικό έλλειμμα».
Δέκα μήνες μετά, τον Δεκέμβριο του 2001, κι ενώ το ΔΝΤ εγκατέλειψε την Αργεντινή κόβοντας τις ροές χρηματοδότησης, ξέσπασε η λαϊκή εξέγερση που ανάγκασε τον Ντε λα Ρούα να φυγαδευτεί με ελικόπτερο την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες -εξαθλιωμένοι από τις πολιτικές λιτότητας- φώναζαν «Να φύγουν όλοι».
