Ολοκλήρωση του πραξικοπήματος που εκείνος άρχισε μεθοδικά να επιβάλλει ακριβώς έναν χρόνο πριν σαν χθες -με απαρχή την αυθαίρετη διάλυση της εκλεγμένης Βουλής- βλέπουν αντίπαλοι και επικριτές τού, επίσης εκλεγμένου το 2019, προέδρου της Τυνησίας Κάις Σάιεντ, πίσω από το χθεσινό δημοψήφισμα για την έγκριση νέου Συντάγματος στη βορειοαφρικανική χώρα.
Χώρα που θεωρήθηκε, ως γνωστόν, το μόνο πετυχημένο παράδειγμα εκδημοκρατισμού στο πλαίσιο των λαϊκών εξεγέρσεων της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης». Πλέον όμως καταγγέλλεται ότι κινδυνεύει με ξήλωμα των όποιων δημοκρατικών κατακτήσεων της επανάστασης του 2011 και πισωγύρισμα σε δικτατορική διακυβέρνηση.
Ομολογουμένως, Σάιεντ… κερνάει, Σάιεντ πίνει. Αποσκοπώντας να νομιμοποιήσει με θεσμικό προκάλυμμα την αρπαγή της εξουσίας και να δώσει ανεξέλεγκτες υπερεξουσίες στον εαυτό του, ο Τυνήσιος πρόεδρος -που κυβερνά με προεδρικά διατάγματα, έχοντας αποπέμψει και την εκλεγμένη κυβέρνηση υπό το ισλαμικό κόμμα Ενάχντα, πολλούς δικαστές κ.ά.- προκήρυξε το αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα προς αντικατάσταση του Συντάγματος του 2014, την ισχύ του οποίου έχει ήδη αναστείλει.
Είχαν χρειαστεί τότε τρία χρόνια πολιτικής διαμάχης, σκληρών διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών ανάμεσα στις κοσμικές παρατάξεις της χώρας και τους κυρίαρχους ισλαμιστές του Ενάχντα -φίλα προσκείμενους στη Μουσουλμανική Αδελφότητα- για να καταρτιστεί ένα νέο Σύνταγμα· το πρώτο μετά την πτώση του δικτάτορα Μπεν Αλι.
Μέσα σε αφωνία της Δύσης αλλά με τη στήριξη Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (που αντιτίθενται σφόδρα στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, όπως και η Αίγυπτος), ο Σάιεντ κι οι οπαδοί του καταγγέλλουν ότι το Σύνταγμα του 2014 εγκαθίδρυσε ένα υβριδικό κοινοβουλευτικό-προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης που δεν κατάφερε να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στα χρόνια προβλήματα της χώρας, επιρρίπτοντας ευθύνες κυρίως στο Ενάχντα ότι απέτυχε να αμβλύνει τη βαθιά οικονομική κρίση, τη φτώχεια και την τρομακτική ανεργία 40% στους νέους, όσο και την εκτεταμένη διαφθορά που μαστίζει την Τυνησία.
Μερίδα της κοινής γνώμης συμφωνεί με αυτή την άποψη, με άλλους να επικρίνουν και άλλους να επιδοκιμάζουν τις αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις του Σάιεντ. Αρκετοί πολίτες μάλιστα έχουν ασπαστεί το αφήγημά του περί «διόρθωσης» της επανάστασης, μολονότι ούτε εκείνος έχει μπορέσει να κάνει τη διαφορά τον τελευταίο χρόνο που κυβερνά, ανακουφίζοντας κάπως τον τυνησιακό λαό.
Ο 64χρονος πρόεδρος (και καθηγητής Νομικής) είχε φροντίσει επίσης να ορίσει τους κανόνες διεξαγωγής του δημοψηφίσματος: πολύ βολικά δεν προβλέπεται κατώτατο όριο συμμετοχής μεταξύ των 9,2 εκατομμυρίων εγγεγραμμένων ψηφοφόρων για νομιμοποίηση του αποτελέσματος, ούτε τι θα συμβεί αν το Σύνταγμα απορριφθεί με επικράτηση του «όχι». Είχε αντικαταστήσει εξάλλου τα μέλη (και) της εκλογικής επιτροπής, μιλώντας δημόσια υπέρ του «ναι» ακόμα και χθες, παρότι ο εκλογικός νόμος προβλέπει σιωπητήριο ανήμερα της εκάστοτε εκλογικής διαδικασίας.
Ο Σάιεντ κατηγόρησε τους αντιπάλους του, χωρίς να τους κατονομάσει ή να δημοσιοποιήσει τεκμήρια, πως μοίραζαν λεφτά για να πείσουν τον κόσμο να μην πάει να ψηφίσει. Ετσι κι αλλιώς σχεδόν όλα τα κόμματα μποϊκόταραν την ψηφοφορία καλώντας τους ψηφοφόρους σε αποχή, ενώ η ισχυρή συνομοσπονδία εργατικών συνδικάτων UGTT δεν έδωσε κατεύθυνση στα μέλη της.
Με άλλη μια αυταρχική κίνηση, ο Τυνήσιος πρόεδρος αγνόησε επιδεικτικά το προσχέδιο Συντάγματος που κατάρτισε ειδική επιτροπή διορισμένη από τον ίδιο. Ο επικεφαλής της διαδικασίας, μέλος της επιτροπής και θεωρούμενος μέντορας του Σάιεντ, Σάντεκ Μπελαΐντ, προειδοποίησε ηχηρά ότι το προεδρικό σχέδιο Συντάγματος, που τέθηκε σε λαϊκή ψήφο, απέχει παρασάγγας από το προσχέδιο της επιτροπής, με κίνδυνο να εγκαθιδρύσει ένα «δικτατορικό σύστημα».
Το κείμενο προβλέπει μεταξύ άλλων ότι ο πρόεδρος της χώρας θα είναι και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, θα έχει πλήρεις εκτελεστικές εξουσίες και θα μπορεί να διορίζει κυβερνήσεις κατά το δοκούν, χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση. Θα μπορεί ακόμα να καταθέτει νομοσχέδια στη Βουλή, η οποία θα υποχρεούται να τα ψηφίζει κατά προτεραιότητα. Εν μέσω προσπαθειών για εξασφάλιση νέου δανείου από το ΔΝΤ, που θα σημάνει πάλι επώδυνες θυσίες και μεταρρυθμίσεις, από τη μια είναι διάχυτη η οργή κι η απογοήτευση έναντι του Σάιεντ αλλά και των κομμάτων γενικότερα, από την άλλη ωστόσο επικρατεί απάθεια και παραίτηση σε μεγάλο τμήμα των πολιτών – κάτι που αποτυπωνόταν και στην ιδιαίτερα χαμηλή προσέλευση στις κάλπες. Οι περισσότεροι αναλυτές ανέμεναν έγκριση του Συντάγματος, με μικρό όμως ποσοστό.
