Σε ασκήσεις πολιτικών ισορροπιών ανάμεσα στο ευκταίο και το πραγματοποιήσιμο εξελίσσεται, τόσο για την κυβέρνηση όσο και για την αντιπολίτευση, η διακυβέρνηση της Γαλλίας. Μετά τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, που δεν έδωσαν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών σε κανένα κόμμα, οι συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης έχουν λάβει τον χαρακτήρα μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης που προς το παρόν δείχνει να δημιουργεί προβλήματα κυρίως στον χώρο της Αριστεράς.
Με αφορμή το υπό συζήτηση νομοσχέδιο για την τόνωση της αγοραστικής ικανότητας των Γάλλων, στόχος του οποίου είναι η αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης, και με φόντο την απόφαση της κυβέρνησης να δώσει κάποιας μορφής «πριμ» στους εργαζόμενους και όχι γενική αύξηση μισθών, όπως πρότεινε η Αριστερά, τα κόμματα της Λαϊκής Ενωσης εμφανίζονται μάλλον διχασμένα, με την Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν και τους Οικολόγους να θέλουν να το καταψηφίσουν και με τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές να τείνουν προς την αποχή από την ψηφοφορία, κάτι που θα ενίσχυε τις πιθανότητες έγκρισης του νομοσχεδίου στο τέλος της εβδομάδας.
Σε γενικές γραμμές όλα τα κόμματα της Αριστεράς κρίνουν ανεπαρκείς τις κυβερνητικές προτάσεις, ωστόσο οι Σοσιαλιστές και οι Κομμουνιστές θεωρούν ότι οι Γάλλοι εργαζόμενοι, στην παρούσα φάση, έχουν ανάγκη ακόμη και μια ελάχιστη οικονομική ενίσχυση, την οποία τα κόμματα της Αριστεράς δεν πρέπει να τους στερήσουν. «Δεν έχουμε όλοι την ίδια πολιτική κουλτούρα και δεν πρέπει να έχουμε ψυχόδραμα κάθε φορά που δεν έχουμε κοινή ψήφο» δήλωσε χθες ο Σοσιαλιστής βουλευτής Ζερόμ Γκουεντί.
Ενα άλλο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης στη Γαλλία είναι η υλοποίηση της δέσμευσης Μακρόν ότι θα καταργηθεί το ειδικό τέλος για τη χρηματοδότηση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών Μέσων Ενημέρωσης. Η κυβέρνηση προτείνει τα περίπου 3,7 δισ. ευρώ που απαιτούνται για τη λειτουργία τους να αντληθούν από τον ΦΠΑ και να τους αποδίδονται με κυβερνητική απόφαση στην αρχή του κάθε έτους.
Το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας γνωμοδότησε πως ανάλογη εξέλιξη θα μπορούσε να θίξει την ανεξαρτησία τους, αφού η χρηματοδότησή τους δεν θα είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη από τις κυβερνητικές αποφάσεις. Την ίδια άποψη έχουν και τα κόμματα της Αριστεράς, για τα οποία η δημόσια ραδιοτηλεόραση είναι σαφώς πιο αντικειμενική από την ιδιωτική και τα οποία θα καταψηφίσουν το σχετικό νομοσχέδιο, λέγοντας πως «όταν βάζεις σε κάποιον χαλινάρια δεν τον καθησυχάζεις λέγοντας πως δεν θα τα τραβήξεις».
