ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, παραχώρησε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Γιώργο Παππά (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» σελ. 14-15, 23-24 Ιουλίου 2022) με τον τίτλο: «Δεν ήθελα να βλάψω την Ελλάδα». Θα επιχειρήσω να ανασυγκροτήσω τις απόψεις που διατύπωσε σ’ αυτή τη συνέντευξή του ο Σόιμπλε με θέμα τη διαχείριση της δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα και στη συνέχεια να κάνω τη μετακριτική μου.

Το πρώτο σημείο των επισημάνσεών μου αναφέρεται στη ρητορική, δηλαδή στις γλωσσικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο συνεντευξιαζόμενος για να μιλήσει για το επίμαχο «πράγμα», το οποίο είναι η κρίση χρέους που αντιμετώπισε η Ελλάδα κατά την προηγούμενη δεκαετία και τη δική του πολιτική (;) συμβολή στη διαχείριση αυτής της κρίσης. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι τελικά αποκαλυπτική του χαρακτήρα του. Ενώ η κρίση αντιμετωπίστηκε όπως αντιμετωπίστηκε με πρωταγωνιστή τον ίδιο, στη συνέντευξή του δεν διατυπώνει καμιά αμφιβολία για την ορθότητα της λύσης που αποφασίστηκε. Αντιθέτως, εκφράζει την ικανοποίησή του για όσα ο ίδιος εισηγήθηκε και έγιναν αποδεκτά. Γράφει επί λέξει: «Εχω καθαρή τη συνείδησή μου και πιστεύω ότι πολλοί στην Ελλάδα το έχουν αντιληφθεί»!

Οταν ερωτάται από τον δημοσιογράφο: «από τη σημερινή σκοπιά, τι θα κάνατε διαφορετικό στη διαχείριση της κρίσης;», δεν αισθάνεται την ανάγκη να διατυπώσει στοιχειωδώς κάποια διανοητικά και πολιτικά ίχνη αυτοκριτικής. Οχυρώνεται πίσω από έναν απολύτως ψευδή ισχυρισμό: «Η Ελλάδα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις όταν μπήκε στην ευρωζώνη». Με άλλα λόγια, αποδέχεται την πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η ανισορροπία (ή με διαφορετικούς όρους: η αρνητική διαμεσολάβηση) ανάμεσα στην υπό ίδρυση ευρωζώνη και σε εθνικά κράτη που υιοθετούν το κοινό νόμισμα (το ευρώ) ανάγεται εξ ολοκλήρου στις διαρθρωτικές παθογένειες της εθνικής οικονομίας του κράτους-μέλους.

Ο Σόιμπλε, ακόμη και σήμερα, στο τέλος της πολιτικής διαδρομής του, ονομάζει ως γενεσιουργό αιτία για τις δομικές δυσλειτουργίες της ευρωζώνης τις παθογένειες των εθνικών οικονομιών των κρατών-μελών. Ολοι, λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε ότι στον βαθμό που ένας πανίσχυρος υπουργός Οικονομικών υιοθετεί τέτοιου τύπου απόψεις, τότε αυτός διαπράττει τεράστιο πολιτικό λάθος. Και εάν δεν το καταλαβαίνει, τότε ακόμη χειρότερο γι’ αυτόν. Για πρώτη φορά παραδέχεται δημοσίως ότι συναντήθηκε με τον Ελληνα υπουργό Οικονομικών, τον Ευάγγελο Βενιζέλο, στο Βρότσλαβ της Πολωνίας τον Σεπτέμβριο του 2011 και του πρότεινε την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη (το επονομαζόμενο: Grexit).

Με άλλα λόγια, ο Σόιμπλε εκείνη την περίοδο από όλες τις μεθόδους επίλυσης της κρίσης χρέους που συζητιούνται στην ευρωπαϊκή πολιτική δημόσια σκηνή επιλέγει τη μέθοδο του Grexit. Και είναι κάτι τέτοιο το λογικό επακόλουθο του γενεσιουργού ελαττώματος της ευρωζώνης. Αφού λοιπόν η Ελλάδα μπήκε στην ευρωζώνη «χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις» (κατά την έκφρασή του), μπορεί και να εκδιωχθεί. Υστερα από χρόνια μπορεί και να επανέλθει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν απλοποιώ την πολιτική σκέψη του Σόιμπλε. Ανασυγκροτώ τη λογική της, η οποία, επειδή ακριβώς είναι τυπική τεχνοκρατική, οδηγεί όλους αυτούς που την υιοθετούν σε πολιτικά σφάλματα.

Η Ελλάδα και η ευρωζώνη δεν είναι δύο ξένα μεταξύ τους «πράγματα» που καλούνται ο Σόιμπλε, οι Βρυξέλλες, το Βερολίνο ή δεν ξέρω ποια άλλη υπερεθνική δομή να τα ενώσουν. Για να αντιμετωπιστεί η κρίση χρέους των οικονομιών του ευρωπαϊκού Νότου μόνο μία μέθοδος υπήρχε. Και αυτή ήταν η μέθοδος της πολιτικής αλληλεγγύης. Στο επίπεδο άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής αυτό σημαίνει έκδοση κοινού ομολόγου, δηλαδή αμοιβαιοποίηση του χρέους.

Η μέθοδος της πολιτικής αλληλεγγύης (την οποία ο Σόιμπλε προφασίζεται ότι δεν την ξέρει) έχει τρία πλεονεκτήματα σε σχέση με τις τεχνοκρατικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για να αντιμετωπιστεί η ελληνική κρίση. Πρώτα-πρώτα, είναι κατεξοχήν πολιτική μέθοδος. Δεν πρόκειται για μια κάποια αφελή τεχνοκρατική μέθοδο. Δεν μετατρέπει την ευρωζώνη σε νομισματική ένωση χωρίς να είναι ταυτόχρονα και οικονομική ένωση. Δεύτερον, δεν αντιμετωπίζει το οικονομικό σύστημα σαν κιβώτιο αριθμών και χρηματοπιστωτικών μεγεθών. Πίσω από τις οικονομικές δομές βρίσκονται οι άνθρωποι. Και το τρίτο χαρακτηριστικό της πολιτικής αλληλεγγύης είναι ότι εγγυάται αυτό που ονομάζω: θετική διαμεσολάβηση ανάμεσα στην υπερεθνική οντότητα, την ευρωζώνη επί του προκειμένου, και τα διαφορετικά σε επίπεδο δομής και λειτουργίας οικονομικά συστήματα των κρατών-μελών.

Με απλά λόγια, υποστηρίζω ότι ως Ευρώπη χάσαμε μια ιστορική ευκαιρία κατά τη φάση της δημοσιονομικής κρίσης να κάνουμε ένα μικρό αλλά αποφασιστικό βήμα πολιτικής ολοκλήρωσης με την υιοθέτηση κοινής δημοσιονομικής πολιτικής για όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Περιορίζομαι σ’ αυτές τις επισημάνσεις ως απάντηση στην τεχνοκρατική λύση του πολιτικού (;) Σόιμπλε. Εάν στο μέλλον δοθεί ακόμη μία ευκαιρία, τότε θα προσθέσουμε και πολλές άλλες όψεις του πολιτικού προβλήματος της Ευρώπης. Μέχρι τότε, ο Σόιμπλε μπορεί να διαθέτει τον χρόνο του και για αναστοχασμό και για αυτοκριτική.