ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Διονύσης Γ. Δημητρακόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η διάβρωση δημοκρατικών θεσμών και πρακτικών συζητιέται στην Ευρώπη κατά κύριο λόγο με αναφορά σε χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία. Αυτό είναι κατανοητό, δεδομένων όσων κάνουν τα οικεία καθεστώτα, αλλά το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις χώρες αυτές. Αντιθέτως, στοιχεία του εμφανίζονται και στην Ελλάδα τουλάχιστον σε σχέση με την ελευθερία του Τύπου. Για να γίνει κατανοητή αυτή η θέση, απαιτούνται δυο επισημάνσεις. Η πρώτη αφορά τη θέση της ελευθερίας του Τύπου στην έννοια της δημοκρατίας.

Πρώτον, ο κλασικός ορισμός της «πολυαρχίας» (Robert Dahl) αναφέρεται ρητά στην παρουσία εναλλακτικών πηγών πληροφόρησης των πολιτών αλλά και στη διά του νόμου προστασία τους. Αυτό το στοιχείο είναι κεντρικό τόσο ως προς το αξιακό περιεχόμενο της έννοιας της δημοκρατίας όσο και στην πραγματική λειτουργία της. Πώς θα μπορούσαν οι αυτόνομα δρώντες ενεργοί πολίτες να προβληματιστούν και να διαμορφώσουν τις απόψεις τους για τα βασικά θέματα της συντεταγμένης πολιτείας, να κινητοποιηθούν για να επηρεάσουν τις αποφάσεις των αρμόδιων πολιτικών θεσμών, να κάνουν εκστρατεία οι ίδιοι ως υποψήφιοι για πολιτειακά αξιώματα και να λειτουργήσει η αρχή της λογοδοσίας όσων λαμβάνουν κεντρικές πολιτικές αποφάσεις αν δεν υπάρχει πολυφωνία στην πληροφόρηση και τη διακίνηση ιδεών κι απόψεων;

Δεύτερον, θεμελιώδες στοιχείο όσων γνωρίζουμε για τη διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών και πρακτικών είναι η θέση των Stephen Levitsky και Daniel Ziblatt, που σημειώνουν ότι δεν υπάρχει ένα χρονικό σημείο (ή συμβάν) μετά το οποίο ένα καθεστώς παύει να είναι δημοκρατικό και περνάει στην κατηγορία των μη δημοκρατικών καθεστώτων. Η διάβρωση αυτή παίρνει τη μορφή διαδικασίας, κι όχι ενός μεμονωμένου γεγονότος, και για τον λόγο αυτό δεν λειτουργεί ο κώδων κινδύνου της δημοκρατικής πολιτείας. Η διάβρωση εμπεριέχει (μεταξύ των άλλων) τη σταδιακή απίσχνανση ανεξάρτητων μέσων και άλλων δυνάμεων και μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας και αντίστασης εντός της κοινωνίας των πολιτών.

Πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο οι ανησυχητικές ενδείξεις σχετικά με τη δράση (η μη) της σημερινής κυβέρνησης στο πεδίο αυτό. Αυτό το στοιχείο έχει ενταχθεί στην καθημερινότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης με την αντιπολίτευση αλλά το μείζον είναι ότι οι πηγές των αιτιάσεων είναι τόσο διεθνείς όσο και εξαιρετικά δύσκολο να απορριφθούν ως «παρτιζάνικες» με τους όρους του ελλαδικού πολιτικού παιγνίου. Σταχυολογώ τρεις τέτοιες πηγές. Η ειδική απεσταλμένη των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρει σε πρόσφατη έκθεσή της ότι δημοσιογράφοι που αντιπαρέρχονται το αφήγημα της κυβέρνησης σχετικά με τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών υφίστανται πιέσεις, στερούνται πρόσβασης στα κεντρικά ΜΜΕ, αιτήματά τους για την παροχή πληροφοριών από τις αρχές συχνά δεν απαντώνται, έχουν περιορισμένη ή και καθόλου πρόσβαση σε κέντρα όπου βρίσκονται μετανάστες, αιτούμενοι άσυλο, πρόσφυγες με συνέπεια την περαιτέρω περιστολή της διαφάνειας σε σχέση με τους χειρισμούς της κυβέρνησης. Παράλληλα, δημοσιογράφοι που ερευνούν περιπτώσεις διαφθοράς ενίοτε αντιμετωπίζουν απειλές ή και διώξεις.

Το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου –σύνδεσμος ανώτατων στελεχών ΜΜΕ και κορυφαίων δημοσιογράφων– αναφέρθηκε στο γεγονός ότι μέσω της «λίστας Πέτσα» η κυβέρνηση έδωσε αναλογικά περισσότερα χρήματα σε φιλικά προς αυτήν Μέσα, παρότι άλλα, που στέκονται κριτικά απέναντί της, είχαν μεγαλύτερη κυκλοφορία και απήχηση. Ο ίδιος θεσμός διαμαρτυρήθηκε –σημειώνοντας το προφανές θέμα δημόσιου συμφέροντος– και όταν η ΜΚΟ/ιστοσελίδα VouliWatch κέρδισε ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων την υπόθεση δημοσιοποίησης των κριτηρίων με βάση τα οποία κατανεμήθηκαν τα χρήματα της «λίστας Πέτσα», αλλά η αρμόδια Αρχή αρνήθηκε να εφαρμόσει την απόφαση του δικαστηρίου.

Ακόμα και η πάντα προσεκτική Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ανησυχητικές εξελίξεις στην πρόσφατη σχετική έκθεσή της. Εκεί υπογραμμίζεται (και από τρίτες πηγές) η έλλειψη διαφάνειας στην κατανομή κρατικών κονδυλίων, η συνέχιση απειλών και επιθέσεων σε βάρος δημοσιογράφων με συνέπεια τη χειροτέρευση του εργασιακού περιβάλλοντός τους – με προεξάρχουσες τις περιπτώσεις των παρακολουθήσεων των δημοσιογράφων Θανάση Κουκάκη και Σταύρου Μαλιχούδη. Ετσι, η Επιτροπή συστήνει τη θέσπιση «νομοθετικών κι άλλων εχέγγυων» για τη βελτίωση της ασφάλειας και του εργασιακού περιβάλλοντος των δημοσιογράφων στη βάση των σχετικών ευρωπαϊκών προδιαγραφών.

Με αυτά ως δεδομένα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στην ετήσια έκθεσή του περί δημοκρατίας το Ινστιτούτο V-Dem του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ αναφέρει την Ελλάδα (μαζί με τις ΗΠΑ) ως τις μόνες χώρες της Δύσης που κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της «αυταρχικοποίησης» την περασμένη δεκαετία. Πρόκειται, δηλαδή, για μια μορφή διάβρωσης της δημοκρατίας. Τα «καμπανάκια» πληθαίνουν. Οι ήχοι τους δεν έχουν την οικεία κομματική χροιά. Αυτό από μόνο του επιβάλλει την εγρήγορση.

* Εδρα Jean Monnet για τον Κοινοβουλευτισμό και την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Κολέγιο Birkbeck, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου