Αν η ανθρώπινη επιβίωση και η υγεία εξαρτώνται από την ισορροπία του γήινου πλανητικού περιβάλλοντος, τότε έχουν δίκιο οι πολυάριθμοι επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι οι συντελούμενες κλιματικές αλλαγές και οικολογικές καταστροφές, επηρεάζουν άμεσα και, ενίοτε, καταστροφικά τη ζωή των ανθρώπων. Αυτή η διόλου καθησυχαστική διάγνωση των ειδικών σχετίζεται άμεσα με την εμφάνιση και τη διατήρηση της νέας πανδημίας και αποτελεί μια σαφή προειδοποίηση προς τις κοινωνίες για τις επόμενες πανδημίες.
Κάτι που, πρώτη φορά, διατυπώθηκε ρητά από μια αμερικανική έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν από δύο μήνες σε ένα διεθνούς κύρους επιστημονικό περιοδικό (βλ. «Nature»). Το σχετικό επιστημονικό άρθρο υπογράφεται από γνωστή ομάδα ερευνητών στο Πανεπιστήμιο Georgetown των ΗΠΑ και υποστηρίζει ότι η έστω και μικρή αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη θα διευκολύνει και πιθανότατα θα πολλαπλασιάσει τα άλματα των ιών μεταξύ διαφορετικών ειδών ζώων.
Βασιζόμενοι στα πιο πρόσφατα δεδομένα οι Αμερικανοί ερευνητές δημιούργησαν ένα μοντέλο πρόβλεψης των πιθανών μελλοντικών επιδημιών στα θηλαστικά, το οποίο υποδεικνύει ότι μία έστω και μικρή αύξηση της θερμοκρασίας σε συνδυασμό με τις οικολογικές καταστροφές θα οδηγήσουν, από σήμερα μέχρι το 2070, στην εμφάνιση μιας σειράς νέων ζωονόσων.
Πράγματι, σύμφωνα με τα μοντέλα πρόβλεψης αυτής της έρευνας, τα επόμενα πενήντα χρόνια πάνω από τρεις χιλιάδες άγρια είδη ζώων θα υποχρεωθούν να μεταναστεύσουν και να αλλάξουν το περιβάλλον ζωής τους. Μια υποχρεωτική «επιλογή» επιβίωσης, που θα συνοδευτεί από πολυάριθμες και δυνητικά απειλητικές μεταπηδήσεις είδους εκατοντάδων ιών και βακτηρίων, από αυτά τα ζώα στους ανθρώπους. Εξάλλου, ο νέος κορονοϊός που προκαλεί τη νόσο Covid-19, προέκυψε πιθανότατα από μια τέτοια μεταπήδηση είδους: ένα βιολογικό άλμα που οι γενετιστές και οι επιδημιολόγοι το περιγράφουν με τον αγγλικό όρο «spillover».
Η διάδοση νέων ιών λόγω οικολογικής υποβάθμισης
Το πολλαπλά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι μολυσματικοί παράγοντες όπως οι ιοί, σε ορισμένες ακραίες κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, τείνουν να υπερβαίνουν ευκολότερα και πολύ συχνότερα τα αυστηρά βιολογικά όρια που υπάρχουν ανάμεσα στα διαφορετικά είδη ζωών-ξενιστών τους, μάς υποχρεώνει να διερευνήσουμε τους υποτίθεται «εξωγενείς» περιβαλλοντικούς παράγοντες, που όχι απλώς διευκολύνουν αλλά ενίοτε επιβάλλουν αυτές τις μεταπηδήσεις είδους. Και επειδή δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε βέβαια και η τελευταία φορά που εμφανίζεται αυτός ο μηχανισμός δημιουργίας νέων λοιμωδών νόσων, οφείλουμε να προετοιμαστούμε καλύτερα και πιο έγκαιρα για τα επόμενα άλματα των ιών προς το είδος μας.
Γιατί, άραγε, οι κορονοϊοί –όπως εξάλλου και άλλοι ιοί– στην προσπάθειά τους να αναπαραχθούν, «αποφασίζουν» να κάνουν ένα τόσο μεγάλο εξελικτικό και γονιδιακό άλμα, να μεταπηδήσουν δηλαδή από κάποια απλούστερα σε ορισμένα πιο πολύπλοκα είδη ζώων ή στους ανθρώπους;
Οι ιογενείς ζωονόσοι εμφανίζονται συχνότερα σε πληθυσμούς ζώων και σπανιότερα σε ανθρώπινους πληθυσμούς. Πάντως, τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους, οι ζωονόσοι μπορούν να μεταδίδονται είτε άμεσα (έπειτα από επαφή με ζώα μολυσμένα από ιούς ή βακτήρια) είτε έμμεσα (μετά από κατανάλωση μολυσμένων ζωικών τροφών ή νερού). Τα λοιμώδη νοσήματα που μεταδίδονται από τα άγρια ή τα οικόσιτα ζώα στον άνθρωπο λέγονται «ζωοανθρωπονόσοι», ενώ όταν μεταδίδονται από τον άνθρωπο στα ζώα λέγονται «αθρωποζωονόσοι».
Τα επιστημονικά δεδομένα για τις γνωστές λοιμώδεις νόσους που αντιμετώπισε η ανθρωπότητα τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι αρκετά σαφή: το 75% από αυτές τις λοιμώξεις οφείλεται στη μετάδοση ενός μικροοργανισμού από κάποια άγρια ζώα στους ανθρώπους, είτε κατευθείαν είτε μέσω άλλων ενδιάμεσων ξενιστών.
Ειδικότερα, για τις επιδημίες των ιογενών ζωοανθρωπονόσων, που εμφανίσθηκαν από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι σήμερα (ισπανική γρίπη, ΑIDS, EBOLA, ZIKA, SARS, MEARS και SARS-CoV-2), όλο και περισσότερες έρευνες τις αποδίδουν στις καταστροφικές για το περιβάλλον συμπεριφορές των ανθρώπων, που τελικά φαίνεται πως ευθύνονται για επιδημική διάδοση αυτών των ιών. Αυτές οι υποψίες είχαν διατυπωθεί από καιρό από διάφορους επιστήμονες, και ενώ είναι αποφασιστικής σημασίας τόσο για την πρόβλεψη όσο και για την έγκαιρη αντιμετώπιση κάθε νέας επιδημικής ή πανδημικής κρίσης, ποτέ δεν ελήφθησαν σοβαρά υπόψη από τους πολιτικούς.
Η ανθρωπόκαινος απορρύθμιση γεννά νέες πανδημικές κρίσεις;
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, όλο και πιο συχνά οι αλλεπάλληλες επιδημίες λοιμωδών νόσων από νέους ιούς έχουν θέσει σε σκληρή δοκιμασία τα υγειονομικά συστήματα και την παγκόσμια οικονομία. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τώρα, όταν σχεδιάζονταν οι νέες πλανητικές οικονομικές και κοινωνικές στρατηγικές από τις πιο ισχυρές χώρες, ποτέ δεν λαμβάνονταν υπόψη οι κίνδυνοι εμφάνισης νέων επιδημικών κρίσεων ή και πανδημιών, που θα ανέτρεπαν τα φιλόδοξα σχέδιά τους.
Το ότι πρόκειται για μία πολύ σοβαρή παράλειψη μας το υπενθύμισε, με τον πιο επώδυνο τρόπο, η δήθεν απρόσμενη πανδημία του κορονοϊού. Στην πραγματικότητα, όμως, η νέα πανδημία θα έπρεπε να θεωρείται αναμενόμενη, δεδομένου ότι πριν από λίγα μόνο χρόνια προηγήθηκαν μια σειρά από άλλες ιογενείς επιδημίες (EBOLA, SARS, MERS, Zika), που ευτυχώς ήταν τοπικές και δεν μετασχηματίστηκαν σε πανδημίες. Η ελάχιστη προσοχή που επιδεικνύουν για τις οικολογικές-κλιματικές αλλαγές που οδηγούν στην μείωση της βιοποικιλότητας και στην υποβάθμιση της φύσης που μας φιλοξενεί, είναι μια καταστροφική μυωπία που την πληρώνουμε όλοι.
Σήμερα, είναι ολοφάνερο και επαρκώς τεκμηριωμένο επιστημονικά ότι τους δύο τελευταίους αιώνες το ανθρώπινο είδος δρα, συνολικά, ως μία «γεωλογική δύναμη» ή, ακριβέστερα, ως ένας αποφασιστικός πλανητικός παράγοντας, που είναι ικανός να επηρεάζει το παρόν και το μέλλον της ζωής στον πλανήτη «μας», επειδή διαθέτει την αριθμητική και τεχνολογική δυνατότητα να αναδιαμορφώνει –με αποκλειστικά ιδιοτελή κριτήρια!– το γήινο περιβάλλον. Αυτή την ιδιαίτερη δύναμη του ανθρώπινου είδους επιχειρεί να περιγράψει και, ενδεχομένως, να τιθασεύσει η διαφωτιστική ιδέα της «Ανθρωποκαίνου γεωλογικής εποχής».
Η Ανθρωπόκαινος εποχή είναι ένας επιστημονικά ουδέτερος και φαινομενικά αθώος τρόπος για να περιγραφεί η ορατή πλέον πλανητική καταστροφή –ταυτοχρόνως οικολογική, κλιματική και βιολογική– για την οποία ευθύνεται αποκλειστικά το ανθρώπινο είδος. Στις μέρες μας, λοιπόν, η υιοθέτηση των ανθρωπόκαινων επιστημονικών εξηγήσεων είναι όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά και αναγκαία, αφού στηρίζεται σε ένα μεγάλο αριθμό ερευνών.
Το εξηγητικό μοντέλο της Ανθρωποκαίνου εποχής προβλέπει ρητά ότι η μαζική παρουσία και οι επεμβατικές δραστηριότητες του ανθρώπινου είδους έχουν ήδη επιφέρει μεγάλες οικολογικές αλλαγές σε ολόκληρο τον πλανήτη: από τη δραματική μείωση της βιοποικιλότητας και την κατάρρευση του κλιματικού συστήματος, μέχρι την πρόσφατη πανδημία του κορονοϊού. Η πανδημική εξάπλωση του οποίου σχετίζεται άμεσα με την ευρύτερη ανθρωπόκαινο πλανητική κρίση.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική των αδιεξόδων της αποκλειστικά τοπικής, εθνοκεντρικής και άρα μη πλανητικής πολιτικής που υιοθετήθηκε, μέχρι σήμερα, κατά της πανδημίας του κορονοϊού, είναι η περίπτωση των λεγόμενων «κλιματικών προσφύγων», ανθρώπινοι ή άλλοι ζωικοί πληθυσμοί που, λόγω των κλιματικών σοκ και των μεγάλων οικολογικών καταστροφών, αναγκάζονται να μεταναστεύσουν, μεταφέροντας μαζί τους νέες παραλλαγές ενός άγνωστου ιού ή άλλων επιβλαβών μικροοργανισμών.
Ομως, και αυτή η προσέγγιση αποδεικνύεται ελλιπής, όταν περιγράφει τις περιβαλλοντολογικές καταστροφές ή τις κλιματικές αλλαγές ως ένα αμιγώς οικολογικό πρόβλημα και δεν αναδεικνύει επαρκώς το γεγονός ότι υπάρχει κάτι βαθύτατα ανορθολογικό και ολοφάνερα αυτοκαταστροφικό στις σημερινές νεοφιλελεύθερες πολιτικές της διαρκούς οικονομικής, κοινωνικής και άρα οικολογικής απορρύθμισης, που οδηγεί άμεσα και αναπόφευκτα στην παγκοσμιοποίηση των επιμέρους τοπικών κρίσεων που προκύπτουν από την ασυδοσία των αγορών και τον συντηρούμενο σκόπιμα «δια-εθνικό» ανταγωνισμό.
