Πρέπει να ήταν πριν από σαράντα δύο χρόνια. Μάλλον το ’80. Ο πληθωρισμός στο 25%. Βραδάκι στο κέντρο της Αθήνας. Ανθρωποι με αποφασιστικό βήμα, βάδιζαν -νομίζω- προς την Ιπποκράτους κοντά στην Πανεπιστημίου για να διαμαρτυρηθούν για την ακρίβεια. Η συγκέντρωση-διαμαρτυρία είχε διοργανωθεί από συνδικαλιστικά σωματεία -μπορεί να κάνω και λάθος, άλλωστε από τότε έχει περάσει κοντά μισός αιώνας- και είχε είτε την επίσημη είτε τη σιωπηρή υποστήριξη των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, άλλωστε δεν συμμετείχα, αλλά αυτό που έχει χαραχτεί στη μνήμη ήταν τα πρόσωπα των ανθρώπων. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουν, γιατί τα έλεγαν όλα με την έκφραση του προσώπου τους: «Φτάνει, δεν αντέχουμε…».
Καλοκαίρι 2022. Η ακρίβεια στα τηλεοπτικά δελτία να συνθλίβεται όπως η λεπτοκαμωμένη γριούλα που κάθεται στην τελευταία σειρά των καθισμάτων του λεωφορείου ανάμεσα σε δύο ευτραφείς, ανάμεσα στο Αντόνοφ και στην απόφαση του Πούτιν να κλείσει τη στρόφιγγα του φυσικού αερίου. Μια καλά σχεδιασμένη παράσταση. Η ακρίβεια να ασφυκτιά ανάμεσα στο περιστασιακό και το μεγάλο. Το περιστασιακό που αποσπά την προσοχή και το μεγάλο που αξιοποιείται για να μπορούν οι εξουσίες να λένε ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική» και έτσι να προσδίδουν στην ακρίβεια τον χαρακτήρα της αναπότρεπτης νομοτέλειας. Στο μυαλό μου έρχονται οι φράσεις που έγραψε πριν από μερικές μέρες ο Frédéric Lordon στη «Le Monde Diplomatique»:
«…Το “Δεν υπάρχει εναλλακτική” είναι μια δήλωση που δεν έχει θέση στον πολιτικό λόγο. Η πολιτική είναι κυριαρχία και μέρος της έννοιας της πολιτικής κυριαρχίας είναι να μπορείς πάντα να κάνεις διαφορετικά».
Η υποστήριξη των κομμάτων της αντιπολίτευσης στη μεγάλη συγκέντρωση του ’80 μπορεί από κάποιους να χαρακτηριστεί ως κάλεσμα να βρεθεί «εναλλακτική» και από άλλους ως ελιγμός πολιτικών που γαλβανίστηκαν σε αδιέξοδα για να εκτονωθεί η πίεση που υφίστατο εκείνη τη στιγμή το σύστημα. Πώς όμως μπορεί να ερμηνευτεί η τωρινή άκοπη, άνευρη και ανέξοδη φλυαρία του πολιτικού συστήματος;
Η μία ερμηνεία είναι ότι δρα πιστεύοντας πως η κοινωνία τού σήμερα δεν έχει σχέση με το ’80. Πρόκειται για μια εκδοχή που στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης προβάλλεται -κυρίως- από τη σοσιαλδημοκρατία (με όποια μορφή και αν εμφανίζεται) για να δικαιολογήσει τον προσηλυτισμό της στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Υπό μία έννοια, πρόκειται για την πιο χυδαία και συμφεροντολόγα χρήση τού «δεν υπάρχει εναλλακτική» για να αποφύγει να προκαλέσει ρήξεις και ρήγματα στις πολιτικές ελίτ.
Η άλλη ερμηνεία είναι ότι θεωρεί πως οι προτεραιότητες σήμερα δεν έχουν σχέση με αυτές του ’80. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Οτι σήμερα οι εργαζόμενοι δεν θέλουν ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο; Οτι ο ήχος της πείνας είναι διαφορετικός; Οτι η ντροπή της ανεργίας και της υποταγής είναι λιγότερο βασανιστική;
Οι άνθρωποι μπορεί να προσαρμόζονται αλλά δεν αλλάζουν. Τότε όπως και τώρα επιδιώκουν το «ευ ζην», το οποίο δεν έχει καμία σχέση με πολιτικές που προκαλούν αγωνία, ανέχεια, ντροπή, δυσπραγία… Σήμερα οι πολιτικές ελίτ προβάλλουν το «δεν υπάρχει εναλλακτική» είτε για να νομιμοποιήσουν τις πολιτικές που εφαρμόζουν είτε για να δικαιολογήσουν την «άκοπη φλυαρία» τους. Ετσι, μέσω της «έλλειψης εναλλακτικής» επιδιώκουν την «παθητική αποδοχή».
Φαινομενικά ευφυής προσέγγιση, αλλά στην πραγματικότητα κοντόφθαλμη, που αγνοεί το βασικό αξίωμα της Ιστορίας: Κάθε κοινωνία έχει τον δικό της πάτο, που κρύβεται από το σκοτάδι έως ότου η πρόσκρουση γίνει επικείμενη. Πρόκειται γι’ αυτό που ο Amalrik, ένας αντικαθεστωτικός στη Σοβιετική Ενωση, περιέγραφε με λυρισμό γράφοντας: «Ηδη τον έκτο αιώνα οι κατσίκες έβοσκαν στη Ρωμαϊκή Αγορά».
Σήμερα ζούμε σε ένα ζοφερό περιβάλλον. Πολύ πιο ζοφερό από των υπόλοιπων Ευρωπαίων. Η ακρίβεια κατατρώει την αγοραστική δύναμη. Οι μισθοί είναι καθηλωμένοι εδώ και χρόνια. Το δικαίωμα στην εργασία έχει μεταβληθεί σε παροχή. Οι πολλοί πληρώνουν την ευμάρεια των λίγων. Το περιβάλλον θυσιάζεται προς όφελος μιας φούχτας ανθρώπων, με το πρόσχημα μιας ανάπτυξης που για τους μεγιστάνες μεταφράζεται σε επιπλέον πλούτο και για όλους τους άλλους σε υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Οι εγωκεντρικές και αδιάφορες πολιτικές ελίτ, επικαλούμενες το «δεν υπάρχει εναλλακτική», αποδεικνύονται κατώτερες των απαιτήσεων. Επικίνδυνα μικρόνοες. Πασχίζουν ώστε τα πράγματα να πηγαίνουν όπως πριν: να αναγνωρίζονται οι Αρχές, η διανόηση να κάθεται ήσυχη και τα ΜΜΕ να χαϊδεύουν ώστε να μην ταρακουνιέται το σύστημα. Ανεπαρκείς. Με αποδυναμωμένο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, δεν αντιλαμβάνονται ότι χωρίς εναλλακτικές, η βοερή σιωπή της αδυναμίας σύντομα θα υποσκελιστεί από τον εκκωφαντικό θόρυβο της απαίτησης για αλλαγή.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
