Αμεση και αποκαλυπτική ήταν η απάντηση των συνηγόρων υπεράσπισης των 8 φοιτητών του Πολυτεχνείου Κρήτης μετά τις κατηγορίες που εξαπέλυσε για «φερόμενα γεγονότα» από το βήμα της Βουλής η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως. Πρόκειται για «σειρά από αναλήθειες, πολύ πέρα από τα όρια της συκοφαντικής δυσφήμισης, που εκστόμισε η υπουργός για να δικαιολογήσει τον πρωτοφανή ζήλο με τον οποίο επεδίωξε την άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος των 8 φοιτητών και φοιτητριών».
Προχθές η Νίκη Κεραμέως -η μοναδική υπουργός και δη Παιδείας που έχει επιδιώξει ποινικές διώξεις φοιτητών ενεργητικά- σε έντονο ύφος υποστήριξε πως ένα επίσημο όργανο του Πανεπιστημίου, η Κοσμητεία της Σχολής Ηλεκτρολόγων, της κατήγγειλε το περιστατικό και για αυτό η ίδια όφειλε να προχωρήσει στη μήνυση. Ωστόσο, όπως ενημερώνουν οι συνήγοροι των φοιτητών, στη μηνυτήρια αναφορά που έχει καταθέσει στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων κανένα τέτοιο διαβιβασθέν έγγραφο δεν επικαλείται παρά μόνο δημοσιεύματα ηλεκτρονικού Τύπου από αναζήτηση στο διαδίκτυο.
«Συνεπώς, κανένα θεσμικό όργανο του Πανεπιστημίου δεν προσέτρεξε στη συνδρομή της, καθώς καμία αξιόποινη πράξη δεν έλαβε χώρα. Πολλώ μάλλον όταν η υπουργός ξεχνά τις σφοδρές αντιδράσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας του Πολυτεχνείου Κρήτης στην εκκίνηση ποινικής διερεύνησης δεκάδων μελών ΔΕΠ, σύσσωμων των συλλόγων ΕΔΙΠ, ΕΤΕΠ και διοικητικών, αντιδράσεις της Πρυτανείας στο αίτημα για εισαγγελική παρέμβαση» υπογραμμίζουν οι ίδιοι.
Η υπουργός ισχυρίστηκε ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα σε έναν υπουργό να καταθέτει αναφορά. Ωστόσο οι συνήγοροι αντιτείνουν ότι όχι μόνο καμία τέτοια διάταξη δεν υπάρχει, αλλά ότι τέτοια παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην εισαγγελική αρχή απορρίπτεται από το ισχύον σύστημα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως ασυμβίβαστη με την αμεροληψία της Δικαιοσύνης.
Ως προς τα γεγονότα, στην επιστολή τους οι συνήγοροι τον φοιτητών αποδομούν έναν προς έναν τους ισχυρισμούς Κεραμέως περί «ομηρίας και κλειδώματος του κοσμήτορα για 4 ώρες», ότι «του απαγόρευσαν να δει το κινητό του» και «περί παρουσίας 20-30 ατόμων, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν ήταν φοιτητές, ήταν άσχετοι».
Οχι μόνο δεν υπήρχε κανένα κλείδωμα, αλλά «το αφήγημα περί “εγκλεισμού” καταρρέει αυτόθροα από μόνο το αδιαμφισβήτητο από κάθε εμπλεκόμενο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της παράστασης διαμαρτυρίας στο γραφείο του κ. Κοσμήτορα, με την πόρτα ορθάνοιχτη όλη την ώρα, εισήλθαν και εξήλθαν και γενικώς μπαινόβγαιναν πλείστοι καθηγητές της Σχολής οι οποίοι συμμετείχαν στη συζήτηση με τους φοιτητές για τα ζητήματα συνδικαλιστικών ελευθεριών που αφορούσε η διαμαρτυρία των φοιτητικών συλλόγων». Οσο για το κινητό, από στοιχεία της ίδιας της δικογραφίας φαίνεται πως προκύπτει ότι όχι απλά ο κοσμήτορας κατείχε το κινητό του, αλλά το χρησιμοποιούσε και συχνά κατά τη διάρκεια της παράστασης διαμαρτυρίας (όπως και το λάπτοπ του).
Από τη δικογραφία ώς και τις καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως προκύπτει μάλιστα, όπως αναφέρουν οι συνήγοροι, «ότι ουδέποτε έλαβε χώρα η οποιαδήποτε πράξη βίας, ούτε και απειλής κατά εννόμου αγαθού, κατά την κινητοποίηση των φοιτητών και φοιτητριών». Επιπλέον από τις καταθέσεις όλων των εμπλεκομένων επιβεβαιώνεται ότι παρόντες στην παράσταση διαμαρτυρίας ήταν μόνο φοιτητές και φοιτήτριες.
Σημειώνεται πως οι φοιτητές ανέμεναν πρώτα να ολοκληρωθεί εν εξελίξει διαδικασία εξέτασης διπλωματικής εργασίας, ενώ προσκάλεσαν τον κοσμήτορα να πραγματοποιηθεί η συζήτηση σε εξωτερικό χώρο στο αίθριο της σχολής. Η υπουργός βέβαια έχει βγάλει την ενοχοποιητική ετυμηγορία της, κάνοντας λόγο για «βαριοπούλες», παραβιάζοντας ακόμα και το τεκμήριο της αθωότητας και της ειδικής προστασίας που αυτό χαίρει όταν απειλείται από δημόσιες τοποθετήσεις κρατικών αξιωματούχων.
