«ΜΕΤΡΗΣΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ από ψηλά ο Θεός/ κι έλειπε η ανέμελη γύμνια του γέλιου». Προϊδεάζω τους εραστές της Τερψιχόρης και των άλλων μουσών με στίχους του ξεχασμένου, αλλά σημαντικού ποιητή Νίκου Λαδά, που τόλμησε το απονενοημένο διάβημα τέτοιες μέρες του 1979, στα είκοσι έξι του. Γεννήθηκε στο Κιάτο κι έζησε τα περισσότερα απ’ τα λιγοστά χρόνια του στο Μενίδι. Πρόλαβε να τυπώσει μόνο μία συλλογή όσο ζούσε. Αλλες τρεις εκδόθηκαν με φροντίδα της οικογένειας και φίλων του μετά θάνατον. Ιδού δεινόν δείγμα:
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ Σπουδαίος θα ’ναι εκείνος που θα φτιάξει πρώτος/ ρομπότ για όλες τις δουλειές./ Κι άλλοι πολλοί θα κάνουν τέτοιους άθλους,/ αναμφίβολα./ Τους βλέπω κιόλας να στριμώχνονται/ στον προθάλαμο του μέλλοντος/ χτυπώντας νευρικά τα πόδια στο πάτωμα,/ όλοι ένας πόθος, όλοι ένα όνειρο:/ πώς -λέει- θα γίνουν κουκουνάρια/ στο μεγάλο πεύκο της ανθρώπινης προόδου.// Μα εγώ σαν πιο τρανός απ’ όλους/ -σε τούτο δε χωράει αντίρρηση-/ με το σκεπάρνι της φωνής μου,/ έσκαψα βαθιά το λευκό χαρτί, το πρόσταξα/ να σου το πει, να μην το λησμονήσει/ πως στο σπίτι μου, στο σπίτι σου, στα σπίτια μας/ το ταβάνι κάθε μέρα χαμηλώνει…
ΣΚΙΤΣΟ Ο ίσκιος της κληματαριάς στο χώμα/ η φωνή του ήλιου μαχαίρι/ χαράζοντας το σώμα του μεσημεριού/ κι ο αρχάγγελος Μιχαήλ/ ξάπλωσε στη ρίζα της ελιάς/ κι αποκοιμήθηκε./ Τη ρομφαία του/ την πήρε ένα αγόρι και/ σιωπηλό/ σκοτώνει υποθετικούς εχθρούς.
ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ Απρόσωπα ρήματα και ρήσεις Ευαγγελικές/ -κερί νοθευμένο που το σβήνει ο καντηλανάφτης/ πριν καλά-καλά τ’ ανάψεις-/ και ρήτρα δολλαρίου./ Μεγάλο μεσημέρι φθινοπωρινό/ και πώς με δυναστεύει το μυαλό μου/ και πώς με σπρώχνει/ να παίζω τάβλι με την ιδέα του θανάτου/ -στοίχημα τα ούζα-/ τάβλι όλη την ώρα/ μέχρι να δω τον θάνατο τον ίδιο.// […] Μεγάλο μονόφθαλμο μεσημέρι,/ στήνω τα πούλια και φτάνει/ η ψυχή μου αντίστροφα το χρόνο μετρώντας/ φιγούρα μαυροντυμένη από πίνακα του Γκρέκο.// Στο μεταξύ το σύμπαν λειτουργεί/ αδιατάρακτα/ κι ας ματώνουν μερικοί τρελλοί τα χέρια/ πασκίζοντας/ -δίχως μαχαίρι-/ τις πρυμάτσες να κόψουν του ορίζοντα.
ΕΝ ΤΡΙΠΛΑΙΣ ΑΜΑΞΙΤΟΙΣ Πάλι το δειλινό με το αίμα του ήλιου στη λόγχη και στη χλαίνη και τα μάτια του να ξεπηδούν ένα ένα τ’ αστέρια και να καρφώνονται στον ουρανό – ο Αποσπερίτης και τ’ άλλα.// […] Ο νιος Οιδίπους συλλογισμένος φεύγει από τους Δελφούς, το αίμα του τον σπρώχνει για το τρίστρατο του φονικού κι ύστερα για τη Σφίγγα, για τη Θήβα και για τα δυνατά λαγόνια της Ιοκάστης. Καθένας μας κι ένας Οιδίπους που έχασε το δρόμο για τον Κολωνό.// Ν’ ανάψεις το φως, να σβήσεις το φως. Ο ήλιος, το φεγγάρι, χρησμοί πετρωμένοι τα μάτια του Ηνίοχου. Πώς να ’ναι ο Γάγγης με το φεγγαρόφωτο κι ο Ψηλορείτης χιονισμένος την αυγή; Χέρια με τις περόνες βγάζοντας τα μάτια -καταραμένα κι αγαπημένα χέρια- με το καλάμι φτιάχνοντας φλογέρα.// Καθένας μας κι ένας πικρός ανέστιος Οιδίπους.
