«Λυκαβηττός» επιγράφεται χθεσινό «πολιτικό παρασκήνιο» του αγαπητού, συν-παλαίμαχου, από τα χρόνια της «Ελευθεροτυπίας», Πάνου (Π. ΔΙΑΜ.). Συνήθως, γράφει, χαλούσαν 2-3 λάμπες, που ο δήμος, έπειτα από τηλεφωνήματα κατοίκων, τις άλλαζε σε 2-3 μέρες. Τώρα, από τις 22 Μαΐου, μεγάλο μέρος της περιφερειακής Λυκαβηττού, το βορειοανατολικό, «έχει βυθιστεί στο σκοτάδι». «Τα τηλέφωνα έχουν σπάσει, αλλά καρφί δεν καίγεται εκεί στη Λιοσίων», παρατηρεί ο συνάδελφος και καταλήγει… ρητορικώς: «Τι γίνεται, κύριε δήμαρχε; Το κλείσατε το (οικογενειακό) μαγαζί σας;».
Δεν το έκλεισε, Πάνο. Το έχει ανοιχτό από δέκα μπάντες (πώς λέμε… «μπάτε, σκύλοι»; Κάπως έτσι). Το έχει κάνει καλοκαιρινό το μαγαζί ο κύριος Μπακογιάννης το γένος Μητσοτάκη. Ασχολείται με τα μεγάλα: Πώς θα κάνει άνω-κάτω το Σύνταγμα· τώρα, λέει, θα βάλει λιγότερα δέντρα, καθώς στις εκσκαφές προέκυψαν αρχαία (να απορείς πώς έκαναν την προμελέτη· αν υπήρξε κάτι τέτοιο!). Οπότε, αντί δέντρων, θα κοτσάρουν δυο… καλλιμάρμαρα σιντριβάνια με πέργκολες… να ’χουνε να διηγούνται οι γιαγιάδες στα εγγονάκια τους. Εκείνο δε που του έχει χαλάσει τον ύπνο εντελώς είναι ο… ανασκολοπισμός της Πανεπιστημίου, που δεν λέει να ξεψυχήσει η αφιλότιμη· ολημερίς τη σκάβουνε, το βράδυ τη φυτεύουν, μετά την ξανασκάβουνε και την ξαναφυτεύουν. Παρέλαβε δρόμο ξενοδοχείο πέντε αστέρων και θα παραδώσει χάνι της Γραβιάς μετά την απόκρουση των Τούρκων από τον Ανδρούτσο!
Μόνο για τα μεγάλα είναι καμωμένος. Τα μικρά, τα αφήνει στους μικρούς, να… γκρινιάζουν. Ούτε δρόμοι, ούτε πεζόδρομοι, ούτε πεζοδρόμια, ούτε άσφαλτοι, ούτε δημοτικός φωτισμός. Ούτε και καθαριότητα, να εξηγούμαστε. Εκτός και αν οι έχοντες διαφορετική γνώμη (και πως εμείς… κιτρινίζουμε να πούμε) ζούνε σε άλλη πόλη. Η δε τραγική ειρωνεία με τα τωρινά σκοτάδια του Λυκαβηττού είναι ότι το όνομά του, στην επικρατέστερη ετυμολογία του, σημαίνει: από κει που βγαίνει το φως!
