ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ζενιβάλντο ντος Σάντος πέθανε σε ένα σύγχρονο θάλαμο αερίων της Βραζιλίας του Ζαΐρ Μπολσονάρο. 0 38χρονος μοτοσικλετιστής συνελήφθη από δύο αστυνομικούς γιατί δεν φορούσε κράνος: του πέρασαν χειροπέδες και τον πέταξαν στο πορτμπαγκάζ του περιπολικού απ’ όπου έβγαιναν καπνοί από τα δακρυγόνα και σπρέι πιπεριού που έριξαν. Πέθανε από ασφυξία.

Την προηγουμένη, αστυνομική επιχείρηση κατά ναρκω-εμπόρων σε φαβέλα του Ρίο Ντε Τζανέιρο άφησε πίσω της 23 νεκρούς, ανάμεσά τους τουλάχιστον οκτώ που δεν είχαν καμιά σχέση με το οργανωμένο έγκλημα.

«Είδαμε έναν άντρα νεκρό με το πρόσωπο καλυμμένο από άσπρη σκόνη», έλεγε ο Ροντρίγκο Μοντέγκο, επικεφαλής της επιτροπής ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Δικηγορικής Ενωσης Βραζιλίας (OAB) στο Ρίο. «Οσοι σκότωσαν αυτόν τον άνθρωπο γέμισαν το πρόσωπό του με κοκαΐνη κι ίσως τον ανάγκασαν να την καταπιεί. Αυτό συνιστά βασανιστήριο. Και υποπτευόμαστε ότι υπήρξε μεγάλος αριθμός εξωδικαστικών εκτελέσεων: μάρτυρες μας είπαν πως άντρες που παραδόθηκαν στους αστυνομικούς οδηγήθηκαν στο δάσος ψηλά στη φαβέλα και εκτελέστηκαν».

Κι όμως ο πρόεδρος Ζαΐρ Μπολσονάρο δεν βρήκε μια κουβέντα να πει για όλους αυτούς τους νεκρούς, παρά έστειλε τα θερμά του συγχαρητήρια στην αστυνομία που «εξουδετέρωσαν αποτελεσματικά εγκληματίες που σχετίζονται με το εμπόριο ναρκωτικών». «Συγχαρητήρια» για μια σφαγή που είναι η δεύτερη αιματηρότερη στην ιστορία του Ρίο ντε Τζανέιρο, έπειτα από εκείνη πέρσι τον Μάιο, όπου ανάλογη επιχείρηση σε άλλη φτωχογειτονιά κατέληξε στον θάνατο 28 ανθρώπων.

Η βία πολλαπλασιάζεται δραματικά σε αυτή τη χώρα που έχει μια από τις αστυνομικές δυνάμεις που σκοτώνει τους περισσότερους πολίτες στον κόσμο. Και εκτοξεύτηκε επί της θητείας του ακροδεξιού προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο.

Μόνο το 2020, οι δολοφονίες αυξήθηκαν κατά 5% και οι νεκροί από αστυνομικές επιχειρήσεις έφτασαν σε αριθμό-ρεκόρ, ξεπερνώντας τα 6.400 άτομα.

Το 80% αυτών των νεκρών ήταν μαύροι, σύμφωνα με το Βραζιλιάνικο Φόρουμ Δημόσιας Ασφάλειας (FBSP). «Η θανατηφόρα δράση της αστυνομίας κατά του μαύρου πληθυσμού στη χώρα είναι ακραία και τόσο συνήθης που έχει κανονικοποιηθεί», κατήγγειλε ο περιφερειακός επικεφαλής των Ηνωμένων Εθνών Ζαν Ζαράμπ.

Ο κίνδυνος της πολιτικής βίας

Σε αυτή τη συνθήκη έρχεται να προστεθεί και ο φόβος έξαρσης και της πολιτικής βίας ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου. Τον περασμένο μήνα ο Ειδικός Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για το δικαίωμα της ελεύθερης συνάθροισης και ειρηνικής συγκέντρωσης, Κλεμάν Βουλ, τόνισε πως «Παρατηρείται ακραία βία εναντίον προασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιθαγενών και κατοίκων των μαύρων κοινοτήτων» ζητώντας από τις αρχές να εγγυηθούν την ασφάλεια της εκλογικής διαδικασίας. «Η μεγαλύτερη ανησυχία τώρα είναι μήπως υπάρξει κύμα βίας στη διάρκεια των εκλογών και μήπως κάποιοι υποστηρίξουν πως τα αποτελέσματα δεν είναι νόμιμα».

Πόσο μάλλον όταν όλες οι δημοσκοπήσεις προβλέπουν ως βέβαιο νικητή τον πρώην πρόεδρο Λούλα ντα Σίλβα: η τελευταία της Datafolha, δίνει προβάδισμα 21 μονάδων στον Λούλα: 48% έναντι 27% για Μπολσονάρο, κάτι που σε έγκυρες ψήφους (εκτός λευκών και άκυρων) δίνει τη νίκη στον πρώην συνδικαλιστή ηγέτη από τον πρώτο γύρο με ένα 54%.

Διευρύνεται ο κύκλος της βίας στη Βραζιλία

Αλλη δημοσκόπηση της Datafolha, την προηγούμενη εβδομάδα αποκάλυψε πως το 55% των Βραζιλιάνων πιστεύει πως ο κόσμος πρέπει να είναι σε επιφυλακή μπροστά στην πιθανότητα ο Ζαΐρ Μπολσονάρο να ακυρώσει τα αποτελέσματα των εκλογών του Οκτωβρίου. Σε πρόσφατη συνέντευξή του επέμεινε πως είναι «δικαίωμα» να αμφιβάλλει κανείς για την ηλεκτρονική ψήφο, χωρίς να τεκμηριώσει στο ελάχιστο τις «υποψίες» του. Ενώ δεν απάντησε στην ερώτηση των δημοσιογράφων αν θα αποδεχτεί τα αποτελέσματα των εκλογών σε περίπτωση ήττας του. Αλλωστε, το Ανώτατο Εκλογοδικείο ήδη τον διερευνά για ανάλογους (αναπόδεικτους) ισχυρισμούς ότι το σύστημα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας που ισχύει από το 1996 επιδέχεται νοθεία.

Οι πολιτοφυλακές του Μπολσονάρο

«Οι πυλώνες της κυβέρνησης Μπολοσονάρο είναι βαθιά ριζωμένοι στην πολιτική βία που γεννήθηκε την εποχή της δικτατορίας (1964-1985) και διαιωνίζεται σήμερα με τις πολιτοφυλακές. Είναι τα απομεινάρια αυτού του ζοφερού συστήματος που επέτρεψαν στον Μπολσονάρο και την οικογένειά του να επιβληθούν σταδιακά σε διάφορες σφαίρες της εξουσίας», επισημαίνει η Σίλβια Κολόμπο, δημοσιογράφος στην εφημερίδα Folha de São Paulo και συγγραφέας του βιβλίου «Η χρονιά της οργής».

Οι πολιτοφυλακές απέκτησαν μεγάλη ισχύ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και αρχές του 2000. Παραστρατιωτικές ομάδες, με τη συμμετοχή απόστρατων αλλά και εν ενεργεία αστυνομικών, που εμφανίστηκαν σαν αντίδοτο στη δράση των παραδοσιακών συμμοριών και που σιγά σιγά άρχισαν να δρουν ανεξέλεγκτα. Το αφήγημά τους είναι πως ναρκω-έμποροι και ναρκωτικά σχετίζονται με την Αριστερά, ενώ εκείνοι «προασπίζονται» την τάξη, τη θρησκεία και την οικογένεια. Τα δε τελευταία χρόνια δεν χρηματοδοτούν ή ελέγχουν απλά πολιτικούς μέσω εκβιασμών, αλλά άρχισαν να μετέχουν στις εκλογές αναλαμβάνοντας αξιώματα από τους δήμους ώς και την κυβέρνηση.

Στα 27 χρόνια που ήταν βουλευτής, ο Ζαΐρ Μπολσονάρο απέκτησε στενούς δεσμούς με τέτοιες πολιτοφυλακές. Ενας από τους γιους του, ο Φλάβιο, συνδέθηκε με τον Αντριάνο ντα Νόμπρεγκα -πρώην στρατιωτικό αστυνομικό και μετέπειτα μέλος παραστρατιωτικής πολιτοφυλακής με τάγματα θανάτου-, προσλαμβάνοντας και διάφορους συγγενείς του στο γραφείο του όταν ήταν βουλευτής.

«Ο κίνδυνος κινητοποίησης των πολιτοφυλακών στις εκλογές είναι μεγάλος», προειδοποιεί η Σίλβια Κολόμπο. «Ακόμα και αν ο ίδιος ο Μπολσονάρο δεν τις κινητοποιήσει θα δρούσαν υπέρ του γιατί εξαρτώνται από την προστασία του για να συνεχίσουν να λειτουργούν. Δεν φαίνεται πιθανό ο Μπολσονάρο από τον προεδρικό θώκο να δώσει άμεσες εντολές στις πολιτοφυλακές, αλλά αυτές θα παίξουν υπέρ του δημιουργώντας μικροταραχές με στόχο να εκφοβίσουν τον κόσμο και να ενισχυθεί η ψήφος προς τον πρόεδρο. Σε αυτό το σκηνικό, δεν θα αποτελούσε έκπληξη να υπάρξουν επιλεκτικές δολοφονίες αντιπάλων του πολιτικών, δικαστών ή εκλογικών αξιωματούχων. Μόνο μια σπίθα χρειάζεται για να ανάψει η βία των πολιτοφυλακών».