Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιταλική πολιτική πραγματικότητα, ως γνωστόν, εξαρτάται από και υπακούει σε κανόνες που απέχουν σημαντικά από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά δεδομένα. Οι κυβερνήσεις συνασπισμού εδώ αποτελούν παράδοση, το διπολικό σύστημα δεν βρήκε ποτέ ένα πραγματικά πρόσφορο έδαφος και τα τελευταία χρόνια, στα παραπάνω, προστέθηκε ένα άλλο, σημαντικό στοιχείο: οι τεχνοκράτες κατάφεραν να αντικαταστήσουν, σε μεγάλο βαθμό, τους επαγγελματίες πολιτικούς.

Πρώτα με τον Μάριο Μόντι, τον καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μποκόνι του Μιλάνου, ο οποίος διαδέχθηκε τον Μπερλουσκόνι το 2011, με στόχο την «υποχρεωτική οικονομική εξυγίανση» της χώρας. Και πιο πρόσφατα -πέρυσι- με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι.

Σύμφωνα με τις αρχικές προθέσεις, η νέα αυτή κυβέρνηση ευρείας συμμετοχής έπρεπε να επικεντρωθεί σε δύο κύριους στόχους: τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, λόγω πανδημίας κορονοϊού, και την όσο γίνεται πιο αποτελεσματική διαχείριση και απορρόφηση των κονδυλίων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Και στις δύο περιπτώσεις, η προσπάθεια συνεχίζεται, με σχετικά επιτυχή τρόπο. Η χώρα επισήμως βγήκε από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αν και όλοι περιμένουν να δουν τι θα συμβεί το φθινόπωρο. Και ο Ντράγκι, παράλληλα, ζητά συνεχώς από τα κόμματα να μην επιβραδύνουν τις διαδικασίες για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Εστω και αν ο ίδιος ο υπουργός Οικολογικής Μετάβασης, Ρομπέρτο Τσιγκολάνι, παραδέχθηκε ότι λόγω των συνεχών ανατιμήσεων, το οικονομικό κόστος του πολέμου στην Ουκρανία μπορεί να ξεπεράσει το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στο ιταλικό Σχέδιο Ανάκαμψης. Δηλαδή, τα 222 δισεκατομμύρια ευρώ.

Υπάρχει, όμως, και μια καθαρά πολιτική παράμετρος: Μέχρι τώρα, όλοι πίστευαν ότι η αποστολή του «Σούπερ Μάριο» θα ολοκληρωνόταν το αργότερο την άνοιξη του 2023, όταν θα λήξει η νομοθετική περίοδος και θα πρέπει να στηθούν οι κάλπες για τις βουλευτικές εκλογές. Για να μπορέσουν, ουσιαστικά, να επιστρέψουν η όλη πρωτοβουλία και ο χειρισμός των κρισιμότερων υποθέσεων στα χέρια των επαγγελματιών πολιτικών.

Τις τελευταίες ημέρες, όμως, άρχισε να γίνεται σαφές ότι η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί, υποχρεωτικά, μονόδρομο.

Ενδεικτική είναι η δήλωση του Κάρλο Καλέντα, πρώην υπουργού Οικονομικής Ανάπτυξης, και νυν ευρωβουλευτή και επικεφαλής του κεντρώου κινήματος Azione (Δράση): «Μετά τις εκλογές, θέλουμε να ζητήσουμε από την Κεντροαριστερά, τη Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι και την Αριστερά -αν το επιθυμούν- να στηρίξουμε μια κυβέρνηση ευρείας συμμετοχής με πρωθυπουργό, πάντα, τον Μάριο Ντράγκι», δήλωσε στο ιταλικό πρακτορείο Ansa.

Προς το παρόν, είναι ο μόνος που άνοιξε τα χαρτιά του και ζήτησε την παραμονή του τεχνοκράτη πρωθυπουργού στο κυβερνητικό μέγαρο Παλάτσο Κίτζι. Επισήμως τόσο η Κεντροαριστερά όσο και η Λέγκα και τα Πέντε Αστέρια δηλώνουν ότι η συνεργασία αυτή της κυβέρνησης εθνικής συναίνεσης θα τελειώσει το πολύ την ερχόμενη άνοιξη.

Αλλά ο Καλέντα, ως πρώην μάνατζερ, διατηρεί καλές σχέσεις τόσο με την Κεντροαριστερά όσο και με πολλά στελέχη που ανήκουν στο κόμμα του Μπερλουσκόνι. Και η δήλωσή του είναι, μάλλον, κάθε άλλο παρά τυχαία.

Υπάρχει, μάλιστα, και μια απλή, αριθμητική εξήγηση: Σύμφωνα με τα τελευταία γκάλοπ, η βαθιά Δεξιά των Αδελφών της Ιταλίας, μαζί με τη Λέγκα, εξασφαλίζει το 38% της πρόθεσης ψήφου. Αν δεν αλλάξει κάτι δηλαδή μέχρι τις εκλογές του 2023, τα κόμματα αυτά θα έχουν τον κύριο λόγο και την πρώτη εντολή στην προσπάθεια σχηματισμού της νέας κυβέρνησης.

Ο Ιταλός πρόεδρος Ματαρέλα, όμως, δεν βλέπει με καλό μάτι μια τέτοια εξέλιξη και, φυσικά, ούτε οι Βρυξέλλες. Κατά συνέπεια, οι εναλλακτικές είναι μόνο δύο: μια γρήγορη, μετριοπαθής στροφή του Ματέο Σαλβίνι, με ένταξη της Λέγκα στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα μέσα στους επόμενους μήνες, ή μια νέα, όσο γίνεται ευρύτερη συμμαχία με πρωθυπουργό -και πάλι- τον Μάριο Ντράγκι. Με συνέχιση, δηλαδή, της κηδεμονίας των πολιτικών αρχηγών από τους τεχνοκράτες.