Το σοκάκι ασπρισμένο, η πόρτα της μικρής εκκλησίας αστράφτει και οι βασιλικοί στις γλάστρες φουντωτοί και καταπράσινοι. Γάτες παντού, ξαπλωμένες στα πεζούλια. Το μικρό αθέατο στενό του νησιού περιμένει να περάσουν κι από κει οι πολλοί τουρίστες που έχουν βουλιάξει το νησί. Αλλα εις μάτην! Εκείνοι προτιμούν το λιμάνι με τα πολλά μαγαζιά και τον παράδρομο με τα μπαράκια. Πού και πού κάποιος ξέμπαρκος, όπως αυτός που βλέπω τώρα, λοξοδρομεί και ανεβαίνει τον λόφο, κρατάει μια φωτογραφική μηχανή παλαιού τύπου ψάχνοντας εκείνο το κάτι, το ιδιαίτερο που θα τον συγκινήσει. Χαιρετά τους κατοίκους που πίνουν καφέ στα σκαλάκια, ρίχνει μια πάσα στα πιτσιρίκια που παίζουν μπάλα και μπαίνει στο μικρό εκκλησάκι του Αϊ-Νικόλα. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της εκκλησάκι, σύνηθες στις Κυκλάδες. Πιστεύεις δεν πιστεύεις, γενιές και γενιές νησιωτών έβρισκαν παρηγοριά στα πέτρινα ξωκλήσια του Αγίου των θαλασσινών και των ξενιτεμένων. Οι προσευχές τους κάνουν τον τόπο ιερό.
Ο τουρίστας της ιστορία μας βγαίνει και πάλι έξω, αφήνει τον σάκο του κάτω, εστιάζει στις γάτες διορθώνοντας τον φακό της μηχανής και εκείνες ποζάρουν σαν μοντέλα σε διεθνή πασαρέλα. Θυμήθηκα κι εγώ βλέποντάς τες τον Σεφέρη και τις γάτες του δικού του Αϊ-Νικόλα:
«Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος, ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.
“Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας, -σαράντα χρόνια αναβροχιά- ρημάχτηκε όλο το νησί, πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια. Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι, χοντρά σαν το ποδάρι άνθρωπου και φαρμακερά. Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα το είχαν τότε Αγιοβασιλείτες καλογέροι κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή, τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη. Ολη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι. Απόδειπνα πάλι η καμπάνα και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ητανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε, άλλη κουτσή κι άλλη στραβή, την άλλη χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι. Ετσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί. Αγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος χαθήκανε, δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι”».
Είμαι σίγουρη πως κι αυτές οι γάτες κάτι φέρουν από κείνες τις «άγριες και πεισματικές». Δεν πεινούν, δεν διψούν, βασίλισσες τις έχει η γειτονιά. Μήτε καταδέχονται να κατέβουν στο λιμάνι. Αγέρωχες προσκαλούν τον περαστικό στο δικό τους βασίλειο, τη μικρή αυλή του Αϊ-Νικόλα. Και περιμένουν. Περιμένουν να κοπάσει ο κουρνιαχτός για να έχουν και πάλι όλο το νησί δικό τους.
