Περίπου 4,3 εκατομμύρια Δανοί ψηφίζουν σήμερα για το αν η χώρα τους θα συμμετάσχει στην αμυντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης,καθώς πρόκειται για το μόνο κράτος-μέλος που δεν ανήκει στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, έχοντας εξασφαλίσει εξαιρέσεις από αυτήν και από το νόμισμα του ευρώ έπειτα από δημοψήφισμα το 1993 για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία τάσσεται υπέρ της κατάργησης της ρήτρας αυτοεξαίρεσης, ενώ όσοι όσοι τάσσονται κατά της κατάργησης έχουν υποστηρίξει ότι η αμυντική συνεργασία της Ε.Ε. επιβαρύνεται από τη γραφειοκρατία και την αναποτελεσματική λήψη αποφάσεων, ενώ φοβούνται επίσης την προοπτική να πρέπει να συνεισφέρουν σε έναν πιθανό υπερεθνικό ευρωπαϊκό στρατό.
Η πρωθυπουργός της χώρας και 11 από τα 14 κοινοβουλευτικά κόμματα -ποσοστό που αναλογεί σε πάνω από τα τρία τέταρτα των εδρών της βουλής- έκαναν έκκληση προς τους ψηφοφόρους τους να ψηφίσουν υπέρ της κατάργησης. Αντίθετα, δύο ακροδεξιά ευρωσκεπτικιστικά κόμματα και ένα ακροαριστερό ζήτησαν το αντίθετο.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε το δημοψήφισμα μόλις δύο εβδομάδες μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αλλά και τα σχέδια για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ, όπως είναι ο στόχος του ΝΑΤΟ, μέχρι το 2033. Η συμμετοχή στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας θα επιτρέψει στη Δανία να συμμετάσχει σε κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ε.Ε., όπως αυτές στη Σομαλία, το Μαλί και τη Βοσνία.
Η χώρα, που είναι ιδρυτικό μέλος της Βορειαλαντικής συμμαχίας, είναι το τελευταίο σε μια σειρά από ευρωπαϊκά κράτη που είδαν την κάνουλα του ρωσικού φυσικού αερίου να κλείνει, επειδή δεν συμμορφώθηκαν με το τελεσίγραφο της Μόσχας για πληρωμή σε ρούβλια.
