ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αυτό το σπίτι θα το θέλαμε όλοι. Είναι το σπίτι του μικρού κόλπου. Ακατοίκητο και γκρίζο, αγέρωχο ωστόσο. Απόλυτα ενταγμένο στο φυσικό τοπίο. Εχει θέα στην ανοιχτή θάλασσα κι από τα παράθυρά του θα μπορούσες να δεις πειρατικά πλοία, καράβια μεταναστών, βαρκούλες των ντόπιων που βγαίνουν το ξημέρωμα για ψάρεμα. «Ποιοι άραγε ζούσαν μέσα του και γιατί πλέον δε ζει κανείς εκεί;» αναρωτιέται ο διαβάτης του κακοτράχαλου μονοπατιού που οδηγεί μπροστά του. Κέδροι, θυμάρια, μάραθοι, ελίχρυσοι και βαλσαμόχορτα έχουν φτιάξει ένα προστατευτικό κουκούλι που κρατά τους ξένους μακριά, λες κι η φύση αποφάσισε να το προστατέψει από τα περίεργα βλέμματα των ανθρώπων.

Σίγουρα οι ντόπιοι θα ξέρουν να σου πουν κάτι περισσότερο γι’ αυτό, όπως για παράδειγμα: πολλοί οι κληρονόμοι και δεν τα βρίσκουν ή μετανάστευσαν οι ιδιοκτήτες στους καιρούς της μεγάλης πείνας και έκτοτε δε γύρισε κανείς. Κοιτάς άλλη μια φορά μέσα από τον παράξενο «φράχτη», βλέπεις πως η θύρα του είναι σχεδόν μισάνοιχτη. Και όχι, δεν σε γελούν τα μάτια σου, στην αυλή είναι στρωμένο ένα τραπέζι. Πραγματικά στρωμένο, κεντητό τραπεζομάντηλο, πιάτα, ποτήρια, στη μέση μια κανάτα. Μια γυναίκα με μαύρη βαμβακερή ρόμπα και ασημόμαυρα μαλλιά φέρνει μια ασημένια πιατέλα. Θες να μπεις, να πεις μια καλησπέρα. Ο νόμος του διαβάτη λέει πως θα σε καλοδεχτεί. Μα δεν βρίσκεις πόρτα να περάσεις και η φωνή σου δεν ακούγεται ώς εκεί. Ολα μέσα στην αυλή εκτυλίσσονται ερήμην σου. Η γυναίκα αφήνει την πιατέλα και κοιτάει προς το μέρος σου. Μήπως σε άκουσε, μήπως σε είδε; Αμέσως στρέφει το βλέμμα της στη θάλασσα κι αρχινά το σιγανό τραγούδι:

«Ηθέλησεν ο κυρ Βοριάς να βγει να σουργιανίσει./ Στέλνει μαντάτα θλιβερά, σε όλους τους λιμνιώνες./ – Καράβια μεταράξετε και να φυσήσω θέλω/ γιατί α φυσήσω φύσημα, καράβια θα τσακίσω…»

Εκλεισαν κι άλλο, πιο πυκνά θαρρείς έγιναν τα πλεξίματα των δέντρων και των θάμνων. Σαν να σου λένε με τον τρόπο τους πως είναι βέβηλο να κοιτάς λαθραία τη γυναίκα, να ακούς το τραγούδι της. Το δρομάκι προς τα κάτω βγάζει στα δυο τρία μαγαζάκια του κόλπου. Ωρα εννιά και το δείλι σε λίγο θα δώσει τη θέση του στη νύχτα. Κάθεσαι στο ταβερνάκι και με την πρώτη ευκαιρία ρωτάς τον πιτσιρικά σερβιτόρο για το σπίτι του λόφου. «Κυρία, λάθος κάνετε, στο καστρί δεν υπάρχει άνθρωπος, μήτε σαύρα δεν πατάει απ’ το ναυάγιο και μετά, α συμβαίνουν τέτοια σ’ αυτά τα μέρη, σε γελά ο νους». Κι όμως εσύ θα ορκιζόσουν πως ακόμα και πριν από λίγο που φύσηξε, την άκουσες καθαρά: «Ηθέλησεν ο κυρ βοριάς να βγει να σουργιανίσει»…