ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι από τις ταινίες που πράγματι είναι καλύτερα να μην ξέρεις καθόλου τι γίνεται. Ακριβώς γιατί ακροβατεί ανάμεσα σε μια έντονη κοινωνική κριτική και κάτι το εντελώς προσωπικό, συνθέτοντας ένα σύγχρονο μελόδραμα που θυμίζει Χίτσοκ (λόγω σασπένς και σεκάνς) αλλά και καλό γαλλικό σινεμά. Εξάλλου, είναι καλό γαλλικό σινεμά. Η ταινία «Το μυστικό της Μαντλίν Κόλινς» του Αντουάν Μπαρό παίζεται ήδη στους κινηματογράφους (Ταινιοθήκη, «Αθηναία», «Κάρμεν», «Φλερύ» κ.α.).

Η Βιρζινί Εφιρά, σε έναν από τους απαιτητικότερους ρόλους και τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της, ισορροπεί σε αυτό το ιδιότυπο, προσωπικό (ή μήπως κοινωνικό;) θρίλερ, ως μια γυναίκα που έχει διπλή ζωή: δύο συντρόφους, δύο παιδιά και μία μητέρα, η παρουσία της οποίας εξηγεί πολλά (συγκλονιστική Ζακλίν Μπισέ στον ρόλο!).

Συναντήσαμε από κοντά τον Αντουάν Μπαρό, λίγες ημέρες πριν από τις γαλλικές εκλογές. Πρόκειται για την πρώτη ταινία του με τόσο μεγάλη χρηματοδότηση (3 εκατ.), αν και θεωρούνται και λίγα για μια τέτοια ταινία. Ο ίδιος μεγάλωσε σε ένα προάστιο του Παρισιού, από γονείς που δεν είχαν σχέση με τις Τέχνες: «Εβλεπα εμπορικό σινεμά και ήθελα να γίνω Ιντιάνα Τζόουνς και Ταρζάν! Κάποια στιγμή κατάλαβα πως υπάρχει ένας άνθρωπος που αποφασίζει ποια είναι η ιστορία που βλέπω στο πανί και θέλησα να γίνω αυτός ο άνθρωπος. Αρχισα να γράφω σενάρια, που δεν τα ήθελε κανείς, μέχρι που κάποιος τελικά θέλησε ένα», μας λέει. «Και νά που τώρα κάνω ταινία μαζί με την Μπισέ και την Εφιρά, δύο απίστευτες γυναίκες».

Του θυμίζουμε πως η Ζακλίν Μπισέ είχε πρόσφατα δηλώσει πως «ο κόσμος που ζούμε είναι χυδαίος». «Η Ζακλίν είναι μια γυναίκα 75 ετών που ζει τη ζωή σαν έφηβη και τη λατρεύω! Εχει μεγάλη όρεξη για τα πάντα. Είναι συγκλονιστική στον αυτοσχεδιασμό, αλλά είναι δύσκολο να βρει ταινίες να της ταιριάξουν. Αυτό που είπε, το καταλαβαίνω. Από τη μια δεν υπάρχει ουσιαστικά τίποτα αληθινό και, από την άλλη, τα κλισέ όχι μόνο δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά αναπαράγονται συνεχώς. Ακόμα και οι σχέσεις (διαπροσωπικές, κοινωνικές, πολιτικές) είναι επίπλαστες, δίχως δημιουργία, χρώμα, τόλμη, παιχνίδι…», μας απαντά ο Αντουάν Μπαρό.

Ενα από αυτά τα «κλισέ» είναι πως το να έχει ένας άνδρας διπλή ζωή, όπως η ηρωίδα του στο «Μυστικό της Μαντλίν Κόλινς», δεν θα μας εντυπωσίαζε τόσο όσο το να το κάνει μια γυναίκα: «Στο παρελθόν οι γυναίκες ήταν περιορισμένες στο σπίτι. Πλέον έχουν αλλάξει τα πράγματα και οι ίδιες μπορούν να επιλέξουν πιο ελεύθερα πώς θα ζήσουν. Ωστόσο το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ για τους άνδρες θεωρείται σχεδόν φυσικό ή και αναμενόμενο να έχουν διπλή ζωή, για μια γυναίκα το ζήτημα του “ψέματος” είναι πρωταρχικό. Πρέπει να είναι άμεμπτη, αγνή, αναμάρτητη. Είμαστε έτοιμοι σχεδόν αμέσως να την “πετροβολήσουμε”, προωθώντας διάφορες αξίες και ηθικούς κώδικες, απέναντι στους οποίους οι άνδρες είναι σχεδόν αλώβητοι. Για παράδειγμα, αν μια γυναίκα μιλήσει έντονα, θα είναι η “σκύλα”, η “σκληρή”, η “φωνακλού”, που κάτι δεν πάει καλά με τις ορμόνες της. Ενώ ένας άνδρας δεν θα χαρακτηριστεί καν. Είναι αποδεκτό εκ προοιμίου ότι μπορεί να φωνάξει και να παρεκτραπεί.

Επιστρέφοντας στην ταινία, αν μια γυναίκα έχει δύο οικογένειες, όπως το παρουσιάζω, θα της αποδώσουν πολύ περισσότερα δεινά απ’ ό,τι σε έναν άνδρα. Θα πουν πόσο κακή μητέρα είναι, ανήθικη, ψεύτρα, εγωίστρια. Αυτή είναι η αλήθεια: για ακριβώς τις ίδιες πράξεις, οι γυναίκες πληρώνουν άλλο τίμημα απ’ ό,τι οι άνδρες. Αυτό είναι ένα κοινό στοιχείο σε όλες τις μάχες που βλέπουμε να δίνονται: είτε από τις φεμινίστριες είτε τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, είτε οι μαύροι ή οι Αραβες –όπως έχουμε συχνά στη Γαλλία. Σε κάθε περίπτωση, ένας άνθρωπος καλείται να έχει μια πολύ πιο υποδειγματική ζωή απ’ ό,τι ένας λευκός άνδρας, προκειμένου να αποδείξει ότι αξίζει ή ότι δικαιούται να έχει τη ζωή που θέλει. Από τη μια είναι ο λευκός άνδρας και από την άλλη, όλοι οι υπόλοιποι…».

Το ενδιαφέρον στην ταινία είναι πως ο σκηνοθέτης (που έχει γράψει και το σενάριο) μπορεί να βάζει τον θεατή μπροστά σε αντεστραμμένες κινηματογραφικά σκηνές (συνήθως βλέπουμε μια γυναίκα να περιμένει στο κρεβάτι έναν άνδρα και να του παραπονιέται, ενώ ο Μπαρό μάς δείχνει ακριβώς το αντίστροφο), παράλληλα όμως ούτε η δική του ηρωίδα τελικά «επιβιώνει» της πατριαρχίας: «Στο φιλμ βλέπουμε μια πολύ δυνατή γυναίκα η οποία ωστόσο και πάλι είναι αποδέκτης κακοποιητικής συμπεριφοράς στο τέλος. Πάλι ο άνδρας έχει τη δύναμη. Και δεν μιλάω για σωματική κακοποίηση, αλλά για μια εξουσιαστική δομή που, όσο δυνατή κι αν είναι η γυναίκα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπεί! Θέλει συνολική αλλαγή και μεγάλο αγώνα, από όλους μας», μας λέει ο ίδιος.

«Εχουμε μία ζωή και εμείς την ορίζουμε. Μόνον εμείς. Ούτε ο θεός ούτε οι κοινωνικές συμβάσεις. Αυτό πιστεύω, και ως σκηνοθέτης το χρησιμοποιώ. Οι επιλογές μας είναι από όμορφες έως τρομακτικές. Δεν κατανοώ γιατί να μην έχουμε την ελευθερία επιλογής. Στην πραγματικότητα, όχι μόνο κρινόμαστε αλλά και κακοποιούμαστε κοινωνικά γι’ αυτές. Τελικά, οι διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι φυλετικές ή εθνικές. Είναι ταξικές και ιδεολογικές. Το ξεχνάμε αυτό…

Στη Βενετία που πήγε η ταινία, με ρώτησαν αν ένιωθα καλά ως άνδρας που μιλάει για μια γυναίκα. Ποιος κρίνει ποιος θα νομιμοποιήσει και τι; Για μένα το σινεμά δεν είναι αυτοβιογραφικό. Οι άλλοι μ’ ενδιαφέρουν! Για μένα αυτό είναι το βαθιά πολιτικό: να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση των άλλων. Εγώ είμαι άνδρας, Γάλλος, ομοφυλόφιλος… μόνο για τέτοιους ήρωες θα μιλάω; Δεν είναι δυνατόν να αφαιρούμε τελείως από έναν σκηνοθέτη πρώτον την περιέργεια και δεύτερον τη δυνατότητα να προβάλλεται στις ζωές των άλλων. Αλλιώς τι μένει να σκηνοθετήσεις;…

Αυτό είναι το πρόβλημα και με τους πολιτικούς. Δεν βλέπουν τους άλλους, δεν ξέρουν, δεν ενδιαφέρονται να μάθουν. Ο Μακρόν, για παράδειγμα, δεν έχει ιδέα από το πώς ζουν όσοι δεν του μοιάζουν. Δεν έχει ιδέα! Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου. Ούτε να μάθει ούτε να μπει στη θέση τους. Δεν αναρωτιέται πώς ζει ένας γιατρός στα νοσοκομεία με την πολιτική που εφαρμόζει, σε τι σχολεία πάνε τα παιδιά ή πώς κάνει ταινία κάποιος με ελάχιστα μέσα. Ή πώς ζουν οικογένειες στα προάστια. Το ζήτημα είναι να παρατηρήσουμε τους άλλους, τις δυστοκίες και τις επιθυμίες τους, όχι να μείνουμε εγκλωβισμένοι στον εαυτούλη μας, μακάριοι και αυτοαναφορικοί. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αλλάξουμε κάτι. Ο Φελίνι είχε πει πως “αυτό που με ξυπνάει το πρωί είναι η περιέργεια”. Για μένα αυτή είναι μια βαθιά ανθρώπινη, ποιητική και πολιτική φράση».