Την ενοχή των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών για τον βαρύτατο τραυματισμό του Χρήστου Χρονόπουλου στο Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας το 2007 πρότεινε η εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, Βασιλική Χριστούλη, καλώντας τους τρεις τακτικούς δικαστές και τους τέσσερις ενόρκους να αποφασίσουν «με το χέρι στην καρδιά».
Οι δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν πρωτόδικα σε οκτώ χρόνια κάθειρξη με αναστολή, αλλά, όπως σχολίασε η εισαγγελέας, «τόσα χρόνια μετά δεν έδειξαν καμία μεταμέλεια, ούτε στη θέα ενός ανθρώπου πάνω στο αναπηρικό καρότσι».
«Στην πρότασή μου έπαιξαν καταλυτικό ρόλο οι απολογίες των κατηγορούμενων», σχολίασε η εισαγγελική λειτουργός και αναφέρθηκε τόσο στο ύφος τους όσο και στις αντιφάσεις και τους όψιμους ισχυρισμούς τους. Παραθέτοντας λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, η εισαγγελέας περιέγραψε τον Χρήστο πριν και μετά το περιστατικό: «Ενας νέος πλήρως λειτουργικός και αυτοεξυπηρετούμενος μετατράπηκε σε έναν άνθρωπο που δεν θα μπορέσει να δει όπως έβλεπε, να φάει όπως έτρωγε, να περπατήσει όπως περπατούσε· δεν θα ξαναερωτευτεί, δεν θα ξαναφλερτάρει, δεν θα ξαναζήσει τη ζωή του επειδή οι κατηγορούμενοι του έκοψαν τα πόδια και τα φτερά του».
Κατά την αγόρευση της Βασιλικής Χριστούλη ο Χρήστος ήταν παρών στη δικαστική αίθουσα, δίπλα στους συγγενείς του και πάνω στο αναπηρικό αμαξίδιο, από το οποίο παρακολούθησε τις περισσότερες συνεδριάσεις. Μίλησε μόνο μία φορά, την πρώτη μέρα της δίκης, καθώς δεν είναι σε θέση να καταθέσει. Τις τρεις λέξεις που είπε όλες κι όλες επισήμανε η εισαγγελέας: «Ψυχοθεραπεία με ξύλο». Και είναι αυτές οι τρεις λέξεις που, σύμφωνα με την εισαγγελέα, αποτυπώνουν τα πραγματικά γεγονότα.
Το απόγευμα της 12ης Μαΐου 2007 ο Χρήστος, που αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα, πήγε, όπως συνήθιζε, σε καφετέρια της γειτονιάς του στην Καλλιθέα. Αρχισε να γίνεται ενοχλητικός στους πελάτες, επειδή μιλούσε δυνατά και ήταν υπερκινητικός. Η συμπεριφορά αυτή επαναλαμβανόταν παρά τις παρατηρήσεις του ιδιοκτήτη, ο οποίος κάλεσε την αστυνομία. Στη θέα των αστυνομικών ο Χρήστος αντέδρασε, τους έβρισε και αντιστάθηκε όταν επιχείρησαν να του περάσουν χειροπέδες. Ομως τους ακολούθησε στο περιπολικό και εκείνοι τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, όρθιο και αρτιμελή.
Στο τμήμα χτυπήθηκε άγρια από τους δύο κατηγορούμενους (τον αξιωματικό υπηρεσίας και τον φρουρό κρατητηρίων) επειδή τους ενοχλούσε η συμπεριφορά του. Μεταφέρθηκε σε ημικωματώδη κατάσταση στο «Θριάσιο». Κατάφερε να ζήσει ύστερα από πολύωρο χειρουργείο στο κεφάλι και νοσηλεία σε ΜΕΘ. Από τότε έχει μεγάλη έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του, μετατραυματική αμνησία, διαταραχές όρασης, αδυναμία βαδίσματος, ακράτεια κ.ά.
Ακολούθησε η επιχείρηση συγκάλυψης της κακοποίησής του από τον διοικητή του Α.Τ. Καλλιθέας, Βάιο Μπαρμπαρούση, ο οποίος έφτασε στο σημείο να βάλει τους αστυνομικούς που τον είχαν προσαγάγει να υποβάλουν μήνυση εναντίον του θύματος την ώρα που χαροπάλευε στο χειρουργείο! Η εισαγγελέας χαρακτήρισε «πανούργο» τον διοικητή και σημείωσε ότι «τέτοιες ενέργειες πλήττουν το κύρος της Αστυνομίας». Προανήγγειλε, επίσης, ότι σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης θα εισηγηθεί να μην αναγνωριστούν ελαφρυντικά στους κατηγορούμενους. Οπως χαρακτηριστικά είπε, «δεν υπάρχουν ελαφρυντικά για βία σε έναν ψυχικά άρρωστο».
● Η δίκη θα συνεχιστεί στις 23 Ιουνίου με τις αγορεύσεις των συνηγόρων.
