Πρόκειται για μια βραδυφλεγή βόμβα, που ο μηχανισμός εκπυρσοκρότησής της ακούγεται ήδη. Αρκεί μια γρήγορη ματιά στο διαδίκτυο, για να καταλάβει κανείς πόσο εκρηκτικό είναι το μίγμα στην αγορά ακινήτων στην Ελλάδα: ακρίβεια και πληθωρισμός που καλπάζουν, δυσθεώρητα λειτουργικά κόστη για κατοικία, εισοδήματα που μειώνονται, κτιριακό απόθεμα που δεν ανανεώνεται από το ξέσπασμα της κρίσης, η μάστιγα του airbnb και ιδιοκτήτες που ζητούν… όσα τους λείπουν για ένα χρέπι. Με μόνιμο κοινό παρονομαστή τη συστηματική απουσία του κράτους από στεγαστικές πολιτικές και τη νεοφιλελεύθερη κυβερνητική εμμονή στην… αυτορρύθμιση (κάθε) αγοράς, βλέπει κανείς ολοκάθαρα τη δυστοπία που ζουν όσοι ψάχνουν για ενοικιαζόμενο σπίτι.
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2010, αλλάζει το πολιτισμικό παράδειγμα αιώνων στην Ελλάδα, όπου, ενώ αξία παραμένει το να έχει κανείς «το δικό του κεραμίδι», ολοένα και περισσότεροι δυσκολεύονται να συντηρήσουν ένα σπίτι, πόσο μάλλον να το κληροδοτήσουν στα παιδιά τους. Σε ένα τέτοιο τοπίο, είναι ιδιαίτερα σημαντική η συμβολή του «Ινστιτούτου για την Ερευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Εteron», που χθες παρουσίασε την πρώτη έρευνα στην Ελλάδα, η οποία εστιάζει αποκλειστικά στους ανθρώπους που ζουν στο ενοίκιο.
Η έρευνα διενεργήθηκε από την εταιρεία aboutpeople, σε δείγμα 1.007 ατόμων από όλη τη χώρα, από τις 24 Μαΐου ώς τις 3 Ιουνίου, ενώ συνοδεύεται από ένα κείμενο πολιτικής, που υπογράφεται από μια σπουδαία ερευνητική ομάδα, με εμπειρία πολλών χρόνων στη στεγαστική πολιτική.
«Το ζήτημα της στέγης και, ειδικότερα, των ενοικίων αποτελεί ένα σημαντικό “αγκάθι” στην κοινωνία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία “βουβή κρίση”, που απασχολεί σε μεγάλο βαθμό τα νοικοκυριά, γίνεται αντικείμενο συζήτησης σε οικογένειες και παρέες και καθορίζει τόσο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς όσο και τη συναισθηματική κατάσταση όλων μας», τόνισε ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, διευθυντής του Ινστιτούτου. «Εχει φτάσει πια η στιγμή το ζήτημα της στέγασης και των ενοικίων να έρθει στο προσκήνιο με όρους δημόσιας πολιτικής και η πολιτεία να σταματήσει τον στρουθοκαμηλισμό.
Αλλωστε, δεν πρόκειται να ανακαλύψουμε τον τροχό. Οι συζητήσεις αυτές γίνονται σε όλη την Ευρώπη και υπάρχουν σημαντικά παραδείγματα καλών πρακτικών, που διασφαλίζουν την κοινωνική δικαιοσύνη».
Ας δούμε κατ’ αρχάς πώς νιώθουν οι ενοικιαστές. Ανασφάλεια αισθάνεται το 28,7%, άγχος νιώθει το 21,9% και αγανάκτηση το 17,9%. Το 49,1% δήλωσε ότι, εξαιτίας των στεγαστικών δαπανών, έχει αδυναμία αποταμίευσης, το 41% αντιμετωπίζει οικονομική στενότητα, το 28,6% κάνει λόγο για ακύρωση προσωπικών σχεδίων.
Πόσο δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους οι ενοικιαστές; Τέσσερις στους δέκα δυσκολεύονται από αρκετά έως πολύ, έξι στους δέκα περικόπτουν κονδύλια άλλων βασικών αναγκών, ώστε να πληρώσουν το νοίκι, ενώ το 15,2% λαμβάνει κάποια οικονομική βοήθεια ή δανείζεται από τρίτους και ένας στους δέκα χρειάζεται και μια δεύτερη δουλειά για να τα βγάλει πέρα.

Οι ενοικιαστές δυσκολεύονται με το ακριβό ρεύμα και τα λειτουργικά έξοδα (65,5%), τα ακριβά μισθώματα (34,8%), την εύρεση ενοικιαζόμενων σπιτιών (28,9%), την κακή ποιότητα των σπιτιών (26,4%) και την ανεπάρκεια ψύξης/θέρμανσης (21,9%).
Πού αποδίδουν ότι το να βρεις σπίτι μοιάζει με κυνήγι θησαυρού; Στη γενική ακρίβεια (49%), την απουσία ελέγχου ενοικίων και τις παράλογες απαιτήσεις των ιδιοκτητών (45,3%), στη μείωση των εισοδημάτων (40,5%), στην αύξηση των πάγιων στεγαστικών δαπανών (25,7%) και στο Airbnb (24,1%).
Σε αντίθεση με το κυβερνητικό όραμα για την αόρατη χείρα της αγοράς που ρυθμίζει μαγικά τα πάντα, οι ενοικιαστές πιστεύουν ότι είναι το κράτος (46%) και η κυβέρνηση (41,1%) που οφείλουν να βρουν λύσεις (ακολουθούν η «αγορά» με 28,4%, οι σύλλογοι ενοικιαστών με 19,6% και η Ευρωπαϊκή Ενωση με 15,4%).
Ποιες λύσεις προτείνουν οι ενοικιαστές
Αύξηση μισθών/θέσεων εργασίας (56,5%), πλαφόν στα ενοίκια (53,3%), φορολογικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες για πιο προσιτές τιμές (37,9%), επίδομα ενοικίου (33,2%), πολιτικές για την κοινωνική κατοικία (23,8%), ρύθμιση του Airbnb (19,7%), αξιοποίηση των κενών δημόσιων κτιρίων (19,2%) και έλεγχο των κερδοσκοπικών επενδύσεων (golden visa κ.λπ.) (13%).
