«Επιμένουν στη λάσπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ επικαλείται ξανά το όνομά μου για να εξυπηρετήσει τους γνωστούς σκοπούς του», δήλωσε πρόσφατα ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος, σχετικά με τον πάταγο που δημιούργησε η δημοσιοποίηση του εγγράφου του FBI, που τον εμφάνιζε ως χρηματισμένο από τη Novartis, κάτι που παραλείφτηκε, ως εκ θαύματος, από την παραποιημένη επίσημη μετάφραση του εγγράφου.
Λάσπη λοιπόν. Πηχτή ή πιο νερουλή, καφετιά και αηδιαστική. Συνώνυμο: «πηλός». Μια λέξη που λες και πλάστηκε για να περιγράψει ουσιώδη στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας. Ναι, βέβαια, η λάσπη είναι νερό ανακατεμένο με χώμα, όμως κρατάει από ψηλή γενιά: ο Θεός, λένε οι Γραφές, μας έφτιαξε από λάσπη: πήρε νερό και χώμα κι έπλασε τον Αδάμ. Το Μείζον Ελληνικό Λεξικό την ορίζει ως «φυσικό ή τεχνητό μείγμα από χώμα και νερό». Λάσπη λέμε, επίσης, και κάθε πολτώδη μάζα, καθώς και το ίζημα, το κατακάθι, την ιλύ κι εδώ τελειώνουν οι κυριολεκτικές έννοιες της λέξης.
Ως «λάσπη» ορίζουμε μεταφορικά, καταρχάς, οτιδήποτε παραβρασμένο: τα μακαρόνια, π.χ., που αν παραμείνουν αρκετά στην κατσαρόλα, λασπώνουν, γίνονται «πολτός». Ομως, ακόμα και για τους θιασώτες των αλ ντέντε ζυμαρικών, δεν υπάρχει τίποτα απωθητικό στα παραβρασμένα, εν αντιθέσει με τις άλλες μεταφορικές έννοιες: «λάσπη» είναι η συκοφαντία, η ανήθικη κατηγορία, η σπίλωση, που συνήθως δεν ευσταθεί και πάντως διατυπώνεται με χυδαίο τρόπο. Οι πολιτικοί, ας πούμε, ανέκαθεν αλληλοκατηγορούνται για λασπολογία, ενώ ωκεανοί λάσπης έχουν εκτοξευτεί από κάποιους δημοσιογράφους.
Πού αλλού έχουμε λάσπη; Μα στα χρηστά ήθη: λάσπη είναι και η διαφθορά, το χαμηλό ηθικό επίπεδο, ο βούρκος, ο βόρβορος, όπου κυλιούνται, σαν ευτυχισμένα γουρουνάκια, οι αμαρτωλοί, οι εξώλης και προώλης, τα σεσηπότα μέλη του κοινωνικού σώματος. Τουλάχιστον έτσι λένε οι Κάτωνες τιμητές, οι ηθικοί εισαγγελείς, που είτε αδυνατούν να οργιάσουν, είτε καλύπτουν με τον φερετζέ της αγνότητος τις δικές τους αμαρτίες, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Το να ξεφύγει κανείς από τη λάσπη, μεταφορική ή κυριολεκτική, είναι κάτι θετικό: λέμε ότι ένας «ξελάσπωσε» όταν βγήκε από μια οικονομική στενωπό, αλλά όταν κανείς φεύγει κρυφά, όταν το σκάει, η έκφραση είναι: «το ’κοψε λάσπη»! Αυτή η πολυσήμαντη λέξη είναι αβέβαιης ετυμολογίας. Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας αναφέρει ότι πιθανώς παράγεται από τον όο «ελασπίς», που σημαίνει «έλος», ή από το «λάπη», ή «λάμπη», δηλαδή «απόβρασμα, κατακάθι».
Πάντως, δεν χωράει αμφιβολία πως το χειρότερο είδος λάσπης, το πιο κολλώδες και αηδιαστικό, μεταφορικά και κυριολεκτικά, είναι όταν αυτή είναι αναμεμειγμένη με κάποια ελαιώδη ουσία. Και μια που το’ φερε η κουβέντα, να πούμε πως «λάδωμα» σημαίνει την επάλειψη με λάδι, είτε του νεοφώτιστου με αγιασμένο έλαιο κατά τη βάπτιση από τον ανάδοχο, είτε της μηχανής, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι τριβές. Μεταφορικά, όμως, «λάδωμα», σύμφωνα πάντα με το Λεξικό, είναι η «παράνομη ή η ύποπτη προσφορά χρημάτων σε αρμόδιο, ώστε να μεροληπτήσει υπέρ αυτού που κάνει την προσφορά»! Συνώνυμα: εξαγορά, δωροδοκία…
Αναρωτιέμαι εάν κάποιος, επικαλούμενος αδιάσειστα στοιχεία, όπως ένα εμφανώς πλαστογραφημένο επίσημο έγγραφο, κατηγορήσει έναν δημόσιο λειτουργό ότι λαδώθηκε, δηλαδή ότι πήρε προμήθεια, μίζα, ότι τα ’πιασε για να προτιμήσει τον άλφα επιχειρηματία έναντι του βήτα, τότε αυτό είναι συκοφαντική λασπολογία; Ή μήπως η ελαιώδης λάσπη είναι το καλλυντικό που προτιμούν οι έχοντες και κατέχοντες αυτόν τον τόπο;
? Αν δε λαδώσεις τον τροχό, δεν γυρίζει
Αν δεν δώσεις (εν. λάδωμα) δεν αγιάζεις
Οποιος κάθεται ακίνητος στη λάσπη, κολλάει σ’ αυτήν
Ινδική παροιμία
? Η λάσπη συμβολίζει τις επιθυμίες, τα πάθη και τις υλικές φιλοδοξίες
Ονειροκρίτης
